«ουδέ αίμα μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη την αμαρτίαν του χωρισμού της Εκκλησίας και της διαιρέσεως, και το να σχίση τινάς την Εκκλησίαν είναι χειρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν» Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

«ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ», βιβλίο του π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

Παρουσιάζουμε κάτωθι αποσπάσματα από το εξαιρετικό βιβλίο του μακαριστού π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου με τίτλο «Τα δύο άκρα, Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός», έκδοσης Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, και συστήνουμε σε πάντα ενδιαφερόμενο να το προμηθευτεί και να το μελετήσει καλοπροαίρετα και διεξοδικά!



Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για κάθε άκρο, κάθε βασική εκτροπή στα περί Εκκλησίας, το α’ μέρος για τον οικουμενισμό και το β’ μέρος για τον ζηλωτισμό-παλιοημερολογιτισμό. Θεωρούμε αμφότερα μέρη εξίσου σημαντικά. Κάθε μέρος του βιβλίου αποτελείται από απολογητικές επιστολές του π. Επιφανίου, το μεν πρώτο από εννέα, το δε δεύτερο από είκοσι τέσσερις. Άλλες είναι προσωπικές, άλλες ανοιχτές, άλλες απ’ αυτές δημοσιευμένες σε έντυπα και άλλες αδημοσίευτες. Αναδημοσιεύουμε από το διαδίκτυο αποσπάσματα ή ακέραιες επιστολές που περιέχει το βιβλίο, με αναφορά στο χρόνο συγγραφής ή/και δημοσίευσης σε έντυπο, καθώς και στον παραλήπτη. Τηρούμε την αρίθμηση σελίδων της β’ έκδοσης του βιβλίου. Πολλοί ιερείς και αρχιερείς έχουν συστήσει τη μελέτη αυτού του βιβλίου, π.χ. ο Γόρτυνος Ιερεμίας



α’ μέρος
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ


Α.
Χρόνος συγγραφής: δεν αναφέρεται
Χρόνος δημοσίευσης: Δεκέμβριος 1965
Έντυπο δημοσίευσης: «Τρεις Ιεράρχαι»
Παραλήπτης: Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας
Τίτλος: Ανοιχτή Επιστολή προς Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα
Σειρά επιστολής στο α’ μέρος του βιβλίου: 2
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 14-17

Περίληψη: Έγκληση μετ’ ευγενείας και κοσμιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχη, σχετικά με υπερβολικές κινήσεις του έναντι του παραμένοντος εκτός Εκκλησίας πάπα Ρώμης.

Παναγιώτατε,
Από τινων ετών κατώδυνον το Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το συνειδητώς πιστεύον πλήρωμα, παρίσταται θεατής επικινδύνων προς την Πίστην ακροβασιών του Πρώτου της Ορθοδοξίας Επισκόπου. Ούτως, ίνα παραλίπωμεν άλλου είδους ακροβασίας, η προς τον Πάπαν και τον Παπισμόν συμπεριφορά Υμών και τινών Υμετέρων αντιπροσώπων, ρίπτει εις άφατον θλίψιν, αλλά και φοβεράν ψυχικήν δοκιμασίαν, τα αληθώς ορθοδοξούντα τέκνα της Εκκλησίας. Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Υποβάλλεσθε εις τας ταλαιπωρίας μακρινών ταξιδίων προς συνάντησιν αυτού. Ανταλλάσσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε urbi et orbi ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς, οίτινες, έστω και αν επεβλήθεισαν υπό το κράτος των εντυπώσεων εκ στιγμιαίων γεγονότων πρωτοφανούς οξύτητας και ως αντίδρασις εις τα γεγονότα εκείνα, ουχ ήττον δε εξέφραζον ει μη το καθολικόν φρόνημα της αμωμήτου και θεοφόρου Ορθοδοξίας και δεν απετέλουν ει μη απλήν εφαρμογήν, καθυστερημένη μάλιστα, των διατάξεων του Κανονικού της Εκκλησίας Δικαίου, επιβαλλουσών την αποπομπήν εκ της θεοτεύκτου Μάνδρας των «ανιάτως και προς θάνατον νοσούντων» προβάτων, των αιρετικών δηλαδή και φθορέων της Πίστεως.

Παναγιώτατε,

Τι εκ των δύο συνέβη; Ο Πάπας προσεχώρησε εις την Ορθοδοξίαν ή Υμείς εις τον Παπισμόν; Εάν το πρώτον, αναγγείλατε τούτο, ίνα πάντες φαιδρώς πανηγυρίσωμεν μετ' αλλήλων και χορεύσωμεν. Εάν το δεύτερον, ομιλήσατε μετ' ειλικρινείας και ευθύτητος, ίνα βεβαιωθώμεν ότι, μετά της παλαιάς, απώλετο και η Νέα Ρώμη και κατεπόθη υπό της αιρέσεως. Εάν δε ουδέν εκ τούτων συνέβη, αλλά και Υμείς και ο Πάπας εμένετε εν τοις οικείοις έκαστος όροις, τότε πώς ερμηνεύονται αι προεκτεθείσαι ενέργειαι Υμών; Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις) ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά; Και εάν δεν υπήρχον αφορισμοί κατά των παπικών διά τας υπ' αυτών αποτολμηθείσας αλλοιώσεις εν τη Πίστει, θα έδει ούτοι να εκφωνηθώσι σήμερον από κοινής των Ορθοδόξων Εκκλησιών ψήφου, υπεικουσών εις ρητάς και σαφείς των Ιερών Κανόνων επιταγάς. Πώς λοιπόν και διατί, υπάρχοντες, αίρωνται;

Παναγιώτατε,

Άδεται ότι ενεργείτε ως ενεργείτε, ίνα, προσεταιριζόμενος το πανίσχυρον κοσμικώς Βατικανόν, αντιτάξητε την εκ της συμμαχίας αυτού αίγλην και δύναμην προς τους τουρκικούς βρυχηθμούς και δυνηθήτε ούτω να στηρίξετε τον δεινώς απειλούμενον και κλονιζόμενον Θρόνον της πάλαι ποτέ βασιλευούσης. Εάν ταύτα έχωνται αληθείας, και πλανάσθε και ματαιοπονείτε. Έχομεν την συμμαχίαν του Θεού, Παναγιώτατε, ή ου; Εάν ναι, τότε «εις διώξεται χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας», τότε καν κύματα διεγείρηται, καν πελάγη, καν τουρκικών θηρίων θυμός, αράχνης δι' ημάς έσονται ευτελέστερα, τότε «εξανθήσει και υλοχαρήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου» και «αλείται ως έλαφος χωλός, τρανή σε έσται γλώσσα μογιλάλων», τότε... ώ τότε, «γνώτε έθνη και ηττάσθε ότι μεθ' ημών ο Θεός»!... Εάν όχι, τότε προς τι «πεποίθαμεν επ' άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία»; Τότε, Παναγιώτατε, εφαρμόζονται πλέον εφ' ημών οι λόγοι του προφήτου: «Ουαί οι καταβαίνοντες εις Αίγυπτον επί βοήθειαν, οι εφ' ίπποις πεποιθότες και εφ' άρμασιν, έστι γαρ πολλά, και εφ' ίπποις πλήθος σφόδρα, και ουκ ήσαν πεποιθότες επί τον Άγιον του Ισραήλ και τον Κύριον ουκ εζήτησαν. Και αυτός σοφώς ήγεν επ' αυτούς κακά και ο λόγος αυτού ου μη αθετηθή και επαναστήσεται επ΄οίκους ανθρώπων πονηρών και επί την ελπίδαν αυτών την ματαίαν, Αιγύπτιον άνθρωπον και ου Θεόν, ίππων σάρκας και ουκ εστι βοήθεια. Ο δε Κύριος επάξει την χείραν αυτού επ' αυτούς και κοπιάσουσιν οι βοηθούντες και άμα πάντες απολούνται» (Ησ. Λα,1-3).

Παναγιώτατε,

Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν. Η Εκκλησία του Χριστού δεν εξηφανίσθη. Συνεχίζει, τετραυματισμένη και καθημαγμένη ως ο Ιδρυτής αυτής, αλλ' αείζωος και ακατάβλητος, την διά μέσου των αιώνων πορείαν αυτής, φωτίζουσα, θάλπουσα, ζωογονούσα, σώζουσα. Δεν θα αποθάνη λοιπόν αύτη και αν μετακινηθή και αν αποθάνη ο Οικουμενικός Θρόνος. Ουδείς Ορθόδοξος εύχεται την μετακίνησην ή τον θάνατον του Οικουμενικού Θρόνου. Μη γένοιτο! Αλλά και ουδείς θα θυσιάση χάριν αυτού ιώτα έν ή μία κεραίαν εκ της Ορθοδόξου Πίστεως. Αγωνίσασθε υπέρ αυτού πάση δυνάμει. Όχι απλώς έχετε δικαίωμα, αλλά οφείλετε να στηρίξητε αυτόν, το καθ' Υμάς. Θυσιάσατε χάριν αυτού οτιδήποτε: χρήματα, κτήματα, τιμάς, δόξας, πολύτιμα κειμήλια, Διακόνους, Πρεσβυτέρους, Επισκόπους, ακόμη και τον Πατριάρχη Αθηναγόραν! Έν μόνον κρατήσατε, έν φυλάξατε, ενός φείσασθε, έν μη θυσιάσητε: την Ορθόδοξον Πίστιν! Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονατι και αυτοί εις σκόπελους.

Παναγιώτατε,


Προυχωρήσατε ήδη πολύ. Οι πόδες Υμών ψαύουσι πλέον τα ρείθρα του Ρουβίκωνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, κληρικών και λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Διά την αγάπην του Κυρίου οπισθοχωρήσατε! Μη θέλετε να δημιουργήσετε εν τη Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τα διεστώτα και το μόνον όπερ κατορθώσητε, θα είναι να διασπάσητε τα ηνωμένα και να δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά και συμπαγή. Σύνετε και συνέλθετε! Αλλά φευ! Διηνύσατε πολύν οδόν. Ήδη «προς εσπέραν εστι και κέκλικεν η ημέρα...». Πως θα ίδητε τας χαινούσας αβύσσους, αφ' ων θα διέλθη μετ' όλίγον η ατραπός ήν οδεύετε; Είθε, είθε ο πάλαι ποτέ «στήσας τον ήλιον κατά Γαβαών και την σελήνην κατά φάραγγαν Αιλών», να δευτερώση το θαύμα και να παρατείνη άπαξ έτι το μήκος της ημέρας, να ενισχύση έτι πλέον το φώς αυτής και να διανοίξη τους οφθαλμούς Υμών, ίνα ίδητε, κατανοήσητε, επιστρέψητε. Αμήν.
Μετά βαθυτάτου σεβασμού.



β’ μέρος
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΗΛΩΤΙΣΜΟ


Α.
Χρόνος συγγραφής: δεν αναφέρεται
Χρόνος δημοσίευσης: Μάρτιος 1959
Έντυπο δημοσίευσης: «Τρεις Ιεράρχαι»
Παραλήπτης: Παλαιοημερολογίτες γενικώς
Τίτλος: Ανοιχτή Επιστολή προς τους αδελφούς Παλαιοημερολογίτας
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 1
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 51-54

Περίληψη: Η διαφοροποίηση όσον αφορά το εορτολογικό και τον λατρευτικό κύκλο, δεν είναι αιτία σχισμάτων, διότι και στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε ομοιομορφία ανάμεσα στις τοπικές εκκλησίες, ενώ δεν δημιουργήθηκαν σχίσματα εξ αυτής.

Ο εορτολογικός ούτος διχασμός ήτο δυνατόν να επενέγκη και κανονικόν διχασμόν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Διότι πάσαι αι επί μέρους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αι εμμείνασαι εν τω Παλαιώ Ημερολογίω, ηδύναντο, εάν ήθελον, να διακόψωσι πάσαν κοινωνίαν προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος και να κηρύξωσιν αυτήν σχισματικήν διά την μονομερώς αποτολμηθείσαν μεταβολήν. Αλλά τούτο δεν εγένετο. Αι άλλαι Εκκλησίαι εσιώπησαν διά το τελεσθέν και συνέχισαν την προς την Ελλαδικήν Εκκλησίαν κανονικήν κοινωνίαν. Κατ’ ακολουθίαν η Ελλαδική Εκκλησία παρέμεινε, παρά την όλως ανόητον και ανωφελή μεταβολήν, τμήμα υγιές κανονικώς της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Το σχίσμα, αγαπητοί αδελφοί, δεν δημιουργούσιν αύται ή εκείναι αι παρεκκλίσεις από της ακριβούς γραμμής των Ιερών Κανόνων, αλλ’ η διακοπή της κοινωνίας και επαφής προς τα λοιπάς ομοδόξους Εκκλησίας και η υπ’ αυτών αποκήρυξις.

Κατόπιν, αναφέρονται παραδείγματα διαφοροποίησης στο εορτολόγιο μεταξύ των τοπικών εκκλησιών της αρχαίας Εκκλησίας, που ποτέ δεν στάθηκαν αιτία χωρισμού μεταξύ τους.

- Τόσο πριν την Α’ Οικουμενική όσο και μετά, το Πάσχα εορτάζονταν σε διαφορετική ημερομηνία μεταξύ Ορθόδοξης Ανατολής και Ορθόδοξης Δύσης.

- Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ισπανία μέχρι κάποια περίοδο βάπτιζε με μόνο μία κατάδυση, επειδή ήθελε να παραστήσει την ενότητα της Τριάδος, και την ισότητα των προσώπων. Και αυτό, σε αντιδιαστολή με τους Αρειανούς που βάπτιζαν στην ίδια περιοχή με τρεις καταδύσεις, αλλοιώνοντας όμως την σημασία και δηλώνοντας έτσι την δήθεν ανισότητα των Προσώπων της Τριάδας.

- Στην Ανατολή και στην Αφρική έδιναν Θεία Κοινωνία στα νήπια, ενώ στην Δύση όχι.

- Η Δύση εόρταζε τα Χριστούγεννα 25 Δεκεμβρίου, ενώ η Ανατολή στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τα Θεοφάνεια.

- Η Ανατολή εόρταζε από παλαιά την Μεταμόρφωση, ενώ η Δύση πολύ αργότερα.

- Η Ανατολή γιόρταζε τους Αγίους Αποστόλους στις 28 Δεκεμβρίου, ενώ η Δύση στις 29 Ιουνίου.

- Οι εκκλησίες Κων/πόλεως, Θράκης, Μ. Ασίας, και Συρίας είχαν νηστεία 7 εβδομάδων πριν το Πάσχα, ενώ όλες οι άλλες Εκκλησίες 6.

Αυτά δεν ήταν αιτία σχίσματος.

Υπήρχον λοιπόν πάντοτε διαφοραί και ιδιορρυθμίαι εν τη Εκκλησία του Χριστού, αλλ’ εν ταυτώ υπήρχε ακλόνητος και η μεταξύ των τμημάτων αυτής κανονική κοινωνία. Και σήμερον, αδελφοί, η προς αλλήλας κανονική κοινωνία των Ορθοδόξων Εκκλησιών διατηρείται ασινής και ακλόνητος, παρά τας θλιβεράς τω όντι εορτολογικάς διαφοράς. Υμείς όμως, λυπηρόν ειπείν αλλά αναγκαίον, ευρίσκεσθε εκτός της κανονικής αυτής κοινωνίας. Μη λησμονείτε ότι και αυταί αι το Παλαιόν Ημερολόγιον διατηρούσαι Εκκλησίαι έχουσι κανονικάς σχέσεις ουχί προς υμάς, αλλά προς την Νεοημερολογιτικήν Εκκλησίαν της Ελλάδος. Τούτο σημαίνει εν εκ δύο: ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι κακόδοξος και σχισματική, ή ότι σύμπασα η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία είναι σχισματική και κατεπόθη υπό της πλάνης...


Β1.
Χρόνος συγγραφής: 19/6/1969
Χρόνος δημοσίευσης: -
Έντυπο δημοσίευσης: -
Παραλήπτης: Μον. Νικόδημος αγιορείτικης συνοδείας π. Εφραίμ
Τίτλος: Μνημόσυνον Πατρ. Αθηναγόρου – Επιστολιμαία Διατριβή
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 2
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 59-60

Περίληψη: το Σώμα των επισκόπων της Εκκλησίας ιστορικά ασκούσε και ασκεί οικονομία κατά περιπτώσεις και οι λαϊκοί οφείλουν να έπονται των επισκόπων.

Αγαπητέ, εάν πιστεύομεν ότι είναι Ορθόδοξοι (και εγώ πιστεύω τούτο ακραδάντως), ας καταλίπωμεν εις αυτούς την εκλογήν της στιγμής. Εκείνοι είναι ηγέται. Τον χρόνον των πολέμων και των επαναστάσεων δεν καθορίζουσιν οι στρατιώται, αλλ’ οι αξιωματικοί. Εάν βεβαίως θεωρήσομεν αυτούς ως προδότας, τότε ας αποκηρύξομεν αυτούς και ας καθορίσομεν μόνοι και τον χρόνον της επαναστάσεως και παν άλλο ζήτημα. Αν όμως δεν δυνάμεθα, χωρίς να εισέλθωμεν εις τον χώρον της πλέον δεινής συκοφαντίας, να ισχυρισθώμεν τοιούτον πράγμα, τότε ας ακολουθώμεν αυτοίς, ανεχόμενοι και ημείς «άχρι καιρού». Επαναλαμβάνω: Ή πιστεύομεν ότι υπάρχει Εκκλησία, έχουσα στρατιάν όλην πιστών Επισκόπων και Πρεσβυτέρων, ή πιστεύομεν ότι την Εκκλησίαν αποτελούμεν μόνοι ημείς μετά τινών άλλων. Εν τη Δευτέρα περιπτώσει, ας πράξομεν οτι ημείς κρίνομεν πρέπον, εφόσον ημείς πλέον είμεθα η Εκκλησία. Εν τη πρώτη περιπτώσει οφείλομεν να ακολουθήσομεν την Εκκλησία.

Μη λησμόνει ότι τα πρωτεία και το Fillioque του Πάπα δεν ενεφανίσθησαν ούτε κατά το 1054, ότε απεκηρύχθη η Ρώμη, ούτε κατά το 1053, ούτε κατά το 1052. Επί αιώνας όλους προηγουμένως εδιδάσκοντο ταύτα εν τη Δύσει. Και όμως η Εκκλησία οικονομία χρωμένη ηνείχετο και τον Πάπαν και τας κακοδοξίας αυτού. Ναι, π. Νικόδημε. Αυτός ούτος ο Μ. Φώτιος ου μόνον ηνείχετο επί μακρόν να μνημονεύει, εν τοις Διπτύχοις, του κακοδόξου Πάπα, αλλά και εν έτει 885 έγραψε περί του προ τριετίας αποθανόντος Πάπα Ιωάννου Η’ : «Ούτος τοίνυν ο Ιωάννης ημέτερος, ο τον νουν ανδρείος, ανδρείος δε την ευσεβείαν… Ούτος ο κεχαριτωμένος της Ρώμης Αρχιερεύς…». («Περί του Αγ. Πνεύματος μυσταγωγίας», κεφ. 89). Ω! Εάν έζων τότε ορισμένοι σύγχρονοι ΥΠΕΡζηλωταί και ΥΠΕΡορθόδοξοι! Υπήρχον, άλλωστε, και τότε παρόμοιοι. Δεν θα εδίσταζον, ένεκα των ανωτέρω εκφράσεων φιλοφροσύνης, να ρίψωσι κατά πρόσωπον του ιερού ανδρός την «ρετσινιαν» του προδότου! Θα απεκάλουν προδότην ποιόν; Εκείνον, ον η των πραγμάτων αλήθεια ανέδειξε μέγιστον πρόμαχον της Πίστεως, αληθινόν ήρωα της Ορθοδοξίας! Αδελφέ Νικόδημε, «στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν την ομολογίαν της αγίας ημών Πίστεως εν ταπεινώσει προσφέρειν». Ενθυμού πάντοτε τον λόγον της Γραφής: «Μη γίνου δίκαιος πολύ, μηδέ σοφίζου περισσά, μήποτε εκπλαγείς» (Εκκλησιαστής 7:16).

Θα ερωτηθώ ίσως: Οι καλοί και πιστοί Επίσκοποι εφαρμόζουσιν οικονομίαν και ανέχονται τον Πατριάρχην. Αλλά ημείς δεν δυνάμεθα να εφαρμόσομεν ακρίβειαν και να αποκηρύξομεν αυτόν; Αγαπητέ π. Νικόδημε, τούτο θα ήτο ολοκάθαρος Προτεσταντισμός! Όταν η Εκκλησία εφαρμόζει οικονομίαν, πως είναι δυνατόν το α’ ή το β΄ άτομο να εφαρμόσει ακρίβειαν εις το αυτό ζήτημα, χωρίς να αποβεί ΥΠΕΡεκκλησία; Τα άτομα δύνανται πάντοτε να εφαρμόσουν ακρίβειαν, αλλά μόνο έναντι εαυτών, ουδέποτε όμως έναντι τρίτων, έναντι δηλαδή εκείνων προς ους η Εκκλησία εφαρμόζει οικονομίαν.


Β2.
Από την ίδια ως άνω επιστολή
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 62-63

Περίληψη: Η Εκκλησία δικαιούται να ασκεί οικονομία, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι σχισματική και είναι αδιάφορο το ότι η αλλαγή του ημερολογίου έγινε χωρίς απόφαση από οικουμενική σύνοδο.

Αυτή, αδελφέ μου, είναι η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία. Τα άλλα, το να εγείρονται δηλαδή άτομα, κληρικοί και λαϊκοί, και να αποκηρύττωσιν Επισκόπους ους η Καθολική Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται, είναι καθαροί Προτεσταντισμοί.

Ταύτα βεβαίως υπό την προϋπόθεσιν- επαναλαμβάνω και πάλιν- ότι πιστεύομεν ότι πάντες, ή σχεδόν πάντες, οι Επίσκοποι της Εκκλησίας απέβησαν ελεεινοί προδόται, τότε τα ανωτέρω ανατρέπονται άρδην. Τότε πλέον Εκκλησία είμεθα ημείς και ότι πράξωμεν είναι αυθεντικόν και έγκυρον. «Όσα εάν δήσωμεν επί της γης έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσωμεν επί της γης έσται λελυμένα εν τω ουρανώ». Μακράν πάντως απ’ εμού η εωσφορική σκέψις ότι η Εκκλησία έμεινεν εις εμέ.

Και ήδη εις την συγκεκριμένην πρότασίν σου: Με ρωτάς αν είναι ορθόν να προσχωρήσει η ιερά Συνοδεία υμών εις την παράταξιν του πρ. Φλωρίνης, μνημονεύουσα των Αρχιερέων της ειρημένης παρατάξεως. Αδελφέ μου Νικόδημε, εφόσον θέλεις την γνώμην του παλαιού Εξομολόγου σου, άκουσον ποιά είναι: Ο Θεός γνωρίζει πόσον συμπαθείς είναι εις εμέ οι αδελφοί Παλαιοημερολογίται. Την προς αυτούς αγάπην και την συμπάθειάν μου έδειξα ουχί άπαξ ουδέ δις, αλλά πολλάκις, η ενταύθα όμως μνεία περιστατικών παρέλκει.

Παρά πάσαν όμως αγάπην και συμπάθειαν, δεν δύναμαι να είπω ότι ευρίσκω ορθήν εκκλησιαστικώς την προσχώρησιν υμών εις αυτούς.

Οι Παλαιοημερολογίται, αδελφέ μου, απεκήρυξαν ουχί ένα ή δύο Επισκόπους, αλλά ολόκληρον τοπικήν Εκκλησίαν, την Ελλαδικήν, μεθ’ ης πάσαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ουκ επαύσαντο ουδ’ επί στιγμήν έχουσαι κανονικάς σχέσεις. Ούτω μεταβλήθησαν εις ΥΠΕΡ εκκλησίαν. Ηδύναντο βεβαίως να διατηρήσωσι το παλαιόν ημερολόγιον, μιμούμενοι και πάλιν τας άλλας Ορθοδόξους Εκκλησίας. Ώφειλον όμως εν ταυτώ, μιμούμεναι και πάλιν τας άλλας Ορθοδόξους Εκκλησίας, να μη αποκηρύξωσι την Ελλαδικήν Εκκλησίαν, αλλά να μείνωσι εν αυτή. Από της πρώτης στιγμής ουκ επαύσαντο οι Παλαιοημερολογίται επικαλούμενοι το παράδειγμα των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών ως επιχείρημα υπέρ της εμμονής αυτών εις το παλαιόν ημερολόγιον. Καλώς! Αλλ’ αι Εκκλησίαι αύται, καίτοι διετήρησαν το παλαιόν ημερολόγιον, είχον και έχουσι ακεραίας κανονικάς σχέσεις προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Διατί οι Παλαιοημερολογίται έπραξαν διαφόρως; Και, ούτω, δεν ετοποθέτησαν εαυτούς εκτός της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας; Ποια Ορθόδοξος τοπική Εκκλησία, εκ των τηρουσών το παλαιόν ημερολόγιον, είχε ποτέ κανονικάς σχέσεις μετά της παρατάξεως των εν Ελλάδι Παλαιοημερολογιτών; Ή των Ιεροσολύμων; Ή της Αντιοχείας; Ή της Ρωσίας; Ή της Σερβίας; Ή της Βουλγαρίας; Ουδεμία!

Πάσαι αι Εκκλησίαι μόνον μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος είχον ανέκαθεν σχέσεις, τους δε εν Ελλάδι Παλαιοημερολογίτας έβλεπον απλώς ως τέκνα απείθαρχα της Ελλαδικής Εκκλησίας και δι’ αυτό ούτε ήλθον ποτέ εις επισήμους εκκλησιαστικάς σχέσεις μετ’ αυτών, ούτε εστιγμάτισαν τας υπό της ημετέρας Εκκλησίας δίκας επί ανταρσία και καθαιρέσεις των Παλαιοημερολογιτών κληρικών.

Οι Παλαιοημερολογίται εφώναζον και φωνασκούσι και ιδιωτικώς και εν επισήμοις Υπομνήμασιν ότι το ημερολογιακόν θέμα είναι επίδικον ενώπιον μελλούσης Πανορθοδόξου Συνόδου. Αλλ’ εν προκειμένω οι αγαπητοί Παλαιοημερολογίται δεν γνωρίζουσιν ούτε τι λέγουσιν ούτε περί τίνων διαβεβαιούνται. Εάν η Εκκλησία της Ελλάδος, ένεκα της ημερολογιακής μεταβολής, απέβη αυτομάτως –άνευ δηλαδή αποκηρύξεως υπό των άλλων Εκκλησιών- σχισματική, τότε σχισματικοί είναι πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, εφ όσον αύται κοινωνούσι προς σχισματικήν Εκκλησίαν. Δι’ αυτό, άλλωστε, οι Παλαιοημερολογίται δεν κοινωνούσι προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ίνα μη και αυτοί καταστώσι σχισματικοί. Ποιά λοιπόν Πανορθόδοξος Σύνοδος θα λύσει το ημερολογιακόν ζήτημα, εφόσον πάσαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι κατέστησαν σχισματικαί διά της κοινωνίας αυτών προς την σχισματικήν Εκκλησίαν της Ελλάδος; Αν συνέλθει ποτέ τοιαύτη Σύνοδος, δεν θα είναι Πανορθόδοξος, αλλά Παν-σχισματική!


Γ.
Χρόνος συγγραφής: 11/8/1969
Χρόνος δημοσίευσης: -
Έντυπο δημοσίευσης: -
Παραλήπτης: Μον. Νικόδημος αγιορείτικης συνοδείας π. Εφραίμ
Τίτλος: Επιστολιμαίας Διατριβής Παρεπόμενα Α’
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 3
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 81-82

Περίληψη: το πρόβλημα δεν είναι το εορτολόγιο, αλλά το σχίσμα και η αποκοπή από το Σώμα της Εκκλησίας.

Περί του παλαιού ημερολογίου έχω γράψει παλαιότερον εκτενές άρθρον, όπερ στέλλω σοι, ελπίζων ότι θα λύσει πολλάς απορίας σου. Όσας δεν λύσει είμαι πρόθυμος να λύσω διά νέας επιστολής μου, αρκεί βεβαίως να μοι γνωρίσεις ταύτας. Ουδείς λόγος υπάρχει να εγκαταλίπητε το παλαιόν ημερολόγιον. Οι Παλαιοημερολογίται είναι υπεύθυνοι ουχί διότι διετήρησαν το παλαιόν ημερολόγιον, αλλά διότι απεκήρυξαν ως σχισματικήν την Εκκλησίαν της Ελλάδος και διέκοψαν την απ’ αυτής κανονικήν εξάρτησιν. Αν διετήρουν το παλαιόν ημερολόγιον, αλλά δεν διέκοπτον την μετά της Ελλαδικής Εκκλησίας κοινωνίαν, θα ήσαν εν απολύτω κανονική τάξει.

Τα ημερολόγια δεν σώζουσιν, αγαπητέ π. Νικόδημε. Εν μόνον σοι λέγω: Το Πάσχα των Ιουδαίων ήτο Θεόθεν καθωρισμένον μέχρι της εσχάτης λεπτομερείας. Κατά τινά εποχήν λοιπόν παρουσιάσθη εις τον Μωυσήν μια ομάς ανδρών και είπον: Ημείς ήμεθα ακάθαρτοι προ ημερών, ότε ετελείτο το Πάσχα, δηλαδή την 14ην του πρώτου μηνός, και δι’ αυτό δεν ηδυνήθημεν να εορτάσωμεν. Θα στερηθώμεν λοιπόν ημείς του εορτασμού; Δεν θα προσενέγκωμεν ημείς δώρον εις τον Κύριον; Ο Μωυσής ερωτά περί τούτου τον Θεόν και ακολούθως αποκρίνεται: Οσάκις οιοσδήποτε Ισραηλίτης δεν δυνηθή, λόγω ακαθαρσίας ή λόγω απουσίας εις μακρινόν ταξίδιον, να εορτάσει το Πάσχα κατά την καθωρισμένην ημερομηνίαν, ήτοι κατά την δεκάτη τετάρτην του πρώτου μηνός, ας εορτάση αυτό κατά την δεκάτην τετάρτην του δεύτερου μηνός! (Αριθμοί, 9:6 κ.ε).

Ακούεις, αγαπητέ π. Νικόδημε; Εν τη Παλαιά Διαθήκη, εν τη εποχή της κυριαρχίας του νομικού γράμματος και των τελετουργικών τύπων, υπήρχε τοσαύτη ελευθερία! Χρειάζεται σχόλια;


Δ.
Χρόνος συγγραφής: 22/7/1971
Χρόνος δημοσίευσης: -
Έντυπο δημοσίευσης: -
Παραλήπτης: Μον. Νικόδημος αγιορείτικης συνοδείας π. Εφραίμ
Τίτλος: Επιστολιμαίας Διατριβής Παρεπόμενα Β'
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 4
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 83-93

Περίληψη: Περί αποτείχισης. Το πρόβλημα δεν είναι το εορτολόγιο, αλλά το σχίσμα και η αποκοπή από το Σώμα της Εκκλησίας.

Προσφιλέστατε μο
π. Νικόδημε ,
χα
ρε ν Χριστ ησο Τ Κυρίω μν.

Παρ
λθε διάστημα πλέον το μηνς φ' ς λαβον τν πιστολήν σου. βράδυνα ν παντήσω, λόγο φόρτου πασχολήσεων. Παρακαλ σύγγνωθί μοι.
παντ συνεπτυγμένως πως, πιφυλασσόμενος ν πανέλθω, ν σιότης σου θελήση νέας διευκρινήσεις.
ν πρώτοις, φίλτατε π. Νικόδημε, φείλω ν σοι επω μίαν πικρν λήθειαν, τις θ σοι φαν πλέον παραδόξως κα θ σ κπλήξη. Μέχρι σήμερον πέφευγον -οκονομία χρώμενος- ν διατυπώσω ατν τν θέσιν διετύπουν ατν συνεσκιασμένως, λλ’ δη, πότε τ πράγματα φθασαν ες τ μ περαιτέρω κα πρόσωπα κλεκτ λλ’ χοντα τυχς περιδε συνείδησιν- προσχωρον ες τος Παλαιοημερολογίτας, πίπτοντα θύματα μίας διστάκτου προπαγάνδας κατ τς κκλησίας, ενε καιρς ν λεχθ λήθεια νευ περιστροφν κα νευ πιφυλάξεων.

Λοιπόν, π. Νικόδημε,
σοι, φοβούμενοι τν Οκουμενισμόν, προσχωρον ες τος Παλαιοημερολογίτας, δν κερδαίνουν λλο τί, εμή, φεύγοντες μίαν αρεσιν, προσχωρον ες μίαν λλην. Βεβαίως, δν χουσι συνείδησιν τι προσχωρον ες αρεσιν, λλ τοτο οδαμς μεταβάλλει τ πράγματα.
κουσον να διάλογον, τν ποιον εχον πρ καιρο μεθ' νς κλεκτο νέου, προσχωρήσαντος ες τος Παλαιοημερολογίτας:
—Διατί
φυγες κ τς λλαδικς κκλησίας;
να μ κοινων μετ τν αρετικν οκουμενιστν.
—Πάντες ο
πίσκοποι της λλάδος ενε οκουμενισταί;
χι, χι! λλα κοινωνον μετ το οκουμενιστο Πατριάρχου. Δν θέλω λοιπν ν χω κοινωνίαν μετ προσώπων κοινωνούντων τος αρετικος οκουμενιστας.
—Πιστεύεις
τι τ μερολόγιον ενε Δόγμα Πίστεως κα τι ο Νεοημερολογίται ερίσκονται κτς Χάριτος κα χρήζουσιν, ς ο ξ αρετικν πιστρέφοντες, ναμυρώσεως;
—Θε
ς φυλάξαι! γώ οδαμς πιστεύω ατς τς νοησίας τν Παλαιοημερολογιτν. γώ προσεχώρησα ες ατος μόνον κα μόνον να ποφύγω τν, μμεσον στω, κοινωνίαν μετ τν αρετικν οκουμενιστν.
—Ουδαμώς
μως πέφυγες τν κοινωνίαν μετ' λλης αρέσεως ! σχυρισμς τν Παλαιοημερολογιτν, τι η μεταβολ το μερολoγίου στέρησε τν κκλησίαν τς Χάριτος, δν ενε πλή νοησία, ς χαρακτηρίσθη νωτέρω πό σου. Ενε βαρύτατη βλασφημία κα αρεσις.
—Αλλ’
γω δν πιστεύω ατ τ πράγματα.
—Κοινωνείς
μως μετ' κείνων, ο ποοι πιστεύουσι τατα.
—Τι ν
πράξω; ναγκάζομαι ν νέχωμαι ατος κατ' οκονομίαν.
—Και τότε διατ
δν νείχεσο, κατ' οκονομίαν στω, τος πισκόπους της λλάδος, οτινες κοινώνουν μετ το Πατριάρχου;
—Εκείνος:........... .
—Έγώ: Βλέπεις ε
ς ποίαν ντινομίαν δηγήθης; ναγνωρίζεις τι οι -πλεστοι τν πισκόπων της λλάδος ενε ρθόδοξοι. ρνεσαι μως τήν μετ' ατν κοινωνίαν, πειδ οτοι κοινωνον μετ το Πατριάρχου. Οτω δν δέχεσαι οτε μμεσον καν κοινωνίαν μτ οκουμενιστων. Δέχεσαι μως μεσον, μεσωτάτην κοινωνίαν μετ προσώπων κηρυσσόντων λλου εδους αρεσιν. τι σωτηρία ξαρτται κ τν μερολογίων!!! Ποον τ κέρδος σου;;;
λλά κα πάλιν, μ νομίσης τι πέφυγες τν μμεσον κοινωνίαν μετ τν οκουμενιστν.
κενος: Πς συμβαίνει ατό;
γώ: κουσον, ταλαίπωρον θύμα πιτηδείων προπαγανδιστν: Ο Παλαιοημερολογίται κραυγάζουν μέχρι διαρρήξεως τν πνευμόνων, τι κα μόνη συμπροσευχ μν μετ το Πατριάρχου κα τν λλων μοφρόνων ατ καθιστ μς μοίους πρς ατούς, στω κα ν δν πιστεύομεν σα κηρύττουσιν ατοί. Ν σαν τουλάχιστον συνεπες πρς τν θέσιν ατν ταύτην! λλά πο συνέπεια!... Μετάβηθι, φίλτατε, ες τινα συχαστήρια τν Παλαιοημερολογιτν, διαιτέρως ν Λυκοβρύσει ττικς, θ δης ατοκίνητα λόκληρα ποβιβάζοντα Νεοημερολογίτας, να κκλησιασθον κε ν ρα Λειτουργίας! (χω κουσει τι ο κκλησιαζόμενοι κατ Κυριακν κε Νεοημερολογίται ενε πολ περισσότεροι τν Παλ/τν!). Τ Περιοδικ μάλιστα το ν λόγω συχαστηρίου ποιεται κατ καιρος κκλήσεις πρς τος «προσκυνητς», τος πιθυμοντας ν κκλησιασθούν ν ατ, πως προσέρχωνται σεμνς νδεδυμένοι τόσον ο νδρες σον κα α γυνακες κα τ παιδία. Δν λέγει ν μ προσέρχωνται κάν Νεοημερολογίται. χι! Τ μόνον, τ ποίον τονίζει κα ες τ ποιον ρκεται ενε ποφυγή της πρεπος νδυμασίας. παρχούσης ατς, οδν λλο ξετάζεται. παρχούσης ατς, ο Νεοημερολογίται ενε λίαν επρόσδεκτοι ες συνεκκλησιασμόν κα συμπροσευχήν. Γνωρίζω δ οκ λίγας περιπτώσεις Παλαιοημερολογιτν ερέων δεχομένων νευ ρων ες τ Μυστήρια τς ξομολογήσεως, κόμη δ κα τς Θ. Κοινωνίας, Νεοημερολογίτας. χομεν δηλαδ
προσφορ
ν Μυστηρίων ες πρόσωπα, τ ποα ες λλας στιγμάς χαρακτηρίζονται π' ατν τν γετν τν Παλαιοημερολογιτν ς μακράν τς ληθείας κα τς σωτηρίας ντα, πειδ ερίσκονται ν τ κκλησία τς λλάδος, ποία κοινωνε μετ το Πατριάρχου. Δηλαδή, κυκεν κα τραγέλαφος!
Λοιπόν,
φο ο μόφρονες σο συμπροσεύχωνται κα κοινωνον μεθ' μν τν συμπροσευχομένων κα κοινωνούντων μετ το Πατριάρχου, σ χεις κα πάλιν μμεσον κοινωνίαν μετ το Πατριάρχου! Τί κέρδησας λοιπόν; Κα τν μμεσον κοινωνίαν μετ τν οκουμενιστν δν πέφυγες κα ες μεσον κοινωνίαν μετ προσώπων κηρυσσόντων λλου εδους αρεσιν δηγήθης!...
Ατ λέχθησαν τότε μετ το νέου κείνου. ντιγράφω τατα, να συναγάγης, γαπητ π. Νικόδημε, ρισμένα συμπεράσματα.

Κα
δη σύντομοι τινες παντήσεις ες τ ρωτήματά σου:
1.
πρξε μεγάλη «γκάφα» το Φιλάρετου ναγνώρισις τν ν λλάδι Παλαιοημερολογιτν. Μλλον πεσε θύμα κακν εσηγήσεων. φθασεν ες τς κοάς μου πληροφορία τς τι κ τν στέρων, γνωρίσας τος ν λλάδι Παλαιοημερολογίτας, χει μεταμεληθ δι’ ,τι πραξεν. καιρς μως θ δείξη. Πιστεύω τι θ σημειωθον ξελίξεις...
Δι’
μέ πάντως, ποος πιστεύω τι κκλησία τς λλάδος πν λλο αρετικ ενε, πόφασις τς Συνόδου το Φιλάρετου ο μόνον οδν κύρος χει, λλα καί, ς ποτελοσα ντικανονικωτάτην πέμβασιν ες τ σωτερικ λλης μοδόξου κκλησίας, δημιουργε κανονικς εθύνας δι τν ερημένην Σύνοδον.
2.
ν Φιλάρετος, πίστευεν τι κκλησία τς λλάδος εχε πέσει ες αρεσιν, τότε δύνατο ν παρέμβη ν ατή. φειλεν μως χι ν ναγνώριση τους Παλαιοημερολογίτας, ο ποίοι δν ενε μν οκουμενισταί, λλά κα ατο κηρύσσουν λλου εδους αρεσιν, ς προείπον (τι σωτηρία ξαρτται κ τν... μερολογίων κα τν ορτολογίων), λλα ν χειροτόνηση ξ ρχς ερες ( κα πισκόπους) δι τ πλήρωμα τς λλαδικς κκλησίας. Ο ν λόγω ερες δυναντο ν κολουθον τ παλαίω μερολογίω, δν θ κήρυσσον μως τ ς νω αρετικν φρόνημα, θ δέχοντο δ ες κοινωνίαν κα πιστος κολουθοντας τ νέω μερολογίω, ς κριβς πράττει κα Φιλάρετος.
3.
παροσα κατάστασις (συμπροσευχαί, νεωτερισμο κ.τ.τ ) δν δικαιολογε τ «περόριον». Μόνον πτσις κκλησίας τινς ες αρεσιν παρέχει δικαίωμα ες περορίους πισκόπους ν παρέμβουν.
4.
ν μία Σύνοδος ρθόδοξος καταδικάση τινά, δν δύναται λλης τοπικς κκλησίας Σύνοδος ν θωώση ατόν. ν δ συμβ τοτο, δευτέρα πόφασις ενε κυρος. Δηλαδή: ν Κληρικς τς κκλησίας τς λλάδος καταδικασθ π' ατς κα προσφυγ ες λλην κκλησίαν, π.χ. ες τν κκλησίαν τς Σερβίας, κα ζητήση ν κριθ π' ατς, κκλησία τς Σερβίας θ πορρίψη τν ξίωσιν ατο, δηλοσα τι ατη ενε τελείως ναρμόδιος, τς ρμοδιότητος παρχούσης ες μόνην τν κκλησίαν τς λλάδος. ν δ τυχν δεχθ τ ατημα κκλησία τς Σερβίας κα κρίνη ατ τν ερημένον Κληρικόν, πόφασις ατς, ς παρ Κανόνας κδοθεσα, ενε κυρος παντή, δημιουργε δ κα κανονικς εθύνας.
ν τ παραπτώματα το Κληρικο ατο δν ενε κωλυτικ τς ερωσύνης κα βραδύτερον μετανοήση δι’ ατά, τότε μόνη δυναμένη ν ποκαταστήση ατν ενε πάλιν κκλησία τς λλάδος. Οδέποτε πιτρέπεται πέμβασις μίας ρθοδόξου κκλησίας ες τ σωτερικ τέρας.
λλως, ννοεται, χει τ πράγμα ν μία Τοπικ ρθόδοξος κκλησία ατήσηται παρ' λλης παρ' λλων τν βοήθειαν ατν δι τν λύσιν νς σωτερικο ατς ζητήματος. Σότε δν πρόκειται περ αθαιρέτου πεμβάσεως, λλα περ δελφικς συμπαραστάσεως.
Μόνον Ο
κουμενικ Σύνοδος, ς πέρτατη ρχή, δύναται ν παρέμβη ες τ σωτερικ Τοπικς ρθοδόξου κκλησίας κα ν ρυθμίση τατα κατ τν κρίσιν ατς. Δύναται π.χ. κληρικς μίας Τοπικς κκλησίας (κα μάλιστα Προκαθήμενος ατς), φρονν τι κατεδικάσθη π τς κκλησίας ατο λως δίκως κα παρ τος Κανόνας, ν καταφύγη δι’ κκλήσεως πρς τς λλας Τοπικς ρθοδόξους κκλησίας καί, διεκτραγωδν τν δικον περιπέτειαν ατο, ν ζητήση πόδοσιν δικαιοσύνης. ν α λλαι κκλησίαι ερωσι βάσιμα τ παράπονα ατο, δύνανται ν φθάσουν μέχρι συγκλήσεως Μεγάλης Συνόδου, τς ποίας πόφασις θ ενε ποχρεωτικ δι’ παντας. Μονομερς παρέμβασις μίας Τοπικς κκλησίας ες τ σωτερικ λλης ενε παράδεκτος. Τατα πάντα, ννοεται, προκειμένου περ Τοπικν κκλησιν ρθοδόξων κα οχ αρετικν.
5.
λέξις «κυρον», προκειμένου περ Μυστηρίων, λλοτε μν χαρακτηρίζει τ τελείως νυπόστατα (τοι νύπαρκτα) Μυστήρια κα λλοτε τ ποστατ μέν, λλ’ ντικανονικς τελεσθέντα. ξαρτται κ τς ννοίας, τν ποίαν κάστοτε δίδομεν ες τν λέξιν «κυρον».
6. «Ζηλωτ
ς» πιστρέφων δύναται πιεικς ν γένηται δεκτς κα δι’ πλς ξομολογήσεως νώπιόν του Πνευματικο. ν ενε Κληρικός, θ ζητήση παρ το πισκόπου τν ποκατάστασιν ατο δι τς κανονικς διαδικασίας. μεταβολ Παρατάξεων «κάθε τόσο» δεικνύει προφανς στάθειαν. τυχς δ τοτο ενε σύνηθες ες τος Παλαιοημερολογίτας.
7.
ναμφιβόλως δν δύναται τς «ν ενε κα μ τος μν κα μ τος δέ». λλο ζήτημα, ν, οκονομία χρώμενος, νέχεται τους δέ, λπίζων ν σύρη τελικς ατος ες τν εθειαν δόν.
8.
ν τς ενε λίαν πλος στε ν μ ντιλαμβάνηται πράγματα τιν κα δν μμένη ες τς σφαλμένας θέσεις ατο ξ οήσεως, πείσματος κ.τ.τ., λλ’ ξ
πλότητος, ενε δυνατν ν χη Χάριν Κυρίου πλουσίαν. Τ κρίματα το Θεο ενε νεξερεύνητα.
πρξαν κα περιπτώσεις, κατ τς ποίας σοφο νθρωποι τς κκλησίας περιέπεσαν ες πλάνας. ες καρδίαν μως κα χι ες πρόσωπον βλέπων Θες δν κρινεν ατος ναξίους της ενοίας Ατο. μέγας Γρηγόριος, τς Νύσσης πίσκοπος, δν το πηλλαγμένος δογματικν πλανν. Κα μως ενε γιος κα Πατρ τς κκλησίας. πίσης κα θεος Διονύσιος λεξανδρείας, θεολόγων περ Υο, δν ξεφράσθη μετ δογματικς κριβολογίας, δι’ κα δωκεν, θελήτως, πολλ πιχειρήματα ες τος ρειανούς, ο ποιοι κα πεκαλοντο ατόν. Τούτου νεκεν ναγκάσθη Μ. θανάσιος ν γράψη λόκληρον πραγματείαν περ το γίου Διονυσίου, να δικαιολογήση τς δογματικς στόχους κφράσεις ατο.
9.
γαθς σχέσεις μετ «ζηλωτν» δυνάμεθα ν χωμεν. Μυστήρια μως ξ ατν δν ενε πιτετραμμένον ν λαμβάνωμεν. ν χουν οτοι, ς γράφεις, κοινωνίαν μετ τς κκλησίας μν, τότε μεταβάλλεται κατάστασις. πάρχουν μως «ζηλωτα» κοινωνοντες μετ τς μετέρας κκλησίας;
10.
τυχς δν ενε εκολος παναφορ το παλαιο μερολογίου ν τ κκλησία τς λλάδος. σως δν ενε καν δυνατή. λλα κα ν το, μ φαντασθς ποτε τι ο Παλαιοημερολογται θ πετάσσοντο πάντες πλέον ες τν κκλησίαν. Ο πλεστοι κ τν Παλαιοημερολογιτν Κληρικν πιθυμον συδοσίαν κα οδέποτε θ στεργον ν τεθσιν π ζυγν κα π λεγχον. Θ ερισκον χίλια πτ «πιχειρήματα» να δικαιολογήσουν τν μμονν ατν ες τν νταρσίαν. (Θ λεγον π. χ. τι ενε Μασνοι ο πίσκοποι κα τ τοιατα. ) Γνωρίζω καλς πολλος Κληρικος τν Παλαιοημερολογιτν... γέτης τς τν Παλαιοημερολογιτν λεγε μο πρ τν: «Δν τολμ ν βάλω οτε δέκα μερες ργία σ κληρικό μου. Θ πνε στος λλους, μο λέγουν» (δηλαδ ες τν λλην Παράταξιν). ξ ατο ντιλαμβάνεσαι ποία διάθεσις κανονικς πειθαρχίας πάρχει ες τος Κληρικος τν Παλαιοημερολογιτν, πλν τινων ξαιρέσεων...
11. Α
θέσεις τς «πιστολιμαίας Διατριβς» σχύουν φ' σον κκλησία μν ενε ρθόδοξος κα χι αρετική. Τ ν «γιαίνη» χει πολλν ερύτητα. πόλυτον γείαν (κανονικήν, διοικητικήν, θικην κ.λ.π. ) δν δυνάμεθα ν ζητμεν παρ τς κκλησίας, φο ατ σύγκειται ξ τελν κα μαρτωλν νθρώπων. εκταιον θ το ν γιαίνη ν παντί. λλ’ ενε τοτο δυνατόν; ρκει λοιπν ν ενε κκλησία ρθόδοξος κα οχ αρετική. γω δ πολ πέχω π το ν χαρακτηρίσω τν κκλησίας τς λλάδος ς... Αρετικήν!!! ν λλοι ενε εκολοι ες τν νάληψιν τοιούτων τρομακτικν εθυνων (ν χαρακτηρίζωσι δηλαδ ς αρετικν μίαν ρθόδοξον Τοπικν κκλησία), ς προχωρήσωσι...
12-13. Ο
ρθόδοξοι ναμφιβόλως δν πρέπει ν συμπροσεύχωνται λλως πς ν χουν θρησκευτικν κοινωνίαν μετ τν αρετικν (Παπικν, Διαμαρτυρομένων κ.λπ. ). (Τ ατ σχύει κα προκειμένου περ σχισματικν). ν τς μως συμπροσεύχηται ( λλως πς κοινων) μεθ' αρετικν, ενε μν παραβάτης τν ερν Κανόνων κα ξιος κκλησιαστικν ποινν, δν ενε μως ατομάτως κα αρετικός. νδέχεται ν πιστεύη ρθοδόξως, ν ποδοκιμάζη πάσαν τεροδιδασκαλίαν, λλα ν μ θεωρ κακν τς μεθ' τεροδόξων θρησκευτικς παφς. τοιοτος ενε, παναλαμβάνω, δεινς παραβάτης τν ερν Κανόνων, λλα δν ενε αρετικός.
ν μως δν ρκηται ες τοτο, λλα κα κηρύσση αρετικ φρονήματα, τότε χει λλως τ πράγμα. Τότε ενε αρετικός. Αρετικς δ ενε, φ' σον κηρύσσει αρετικ φρονήματα, στω κα ν δν χη οδεμίαν κοινωνίαν μετ' λλων αρετικν.
λλ’ ο αρετικο ενε δύο εδν: κενοι, τος ποίους κκλησία δίκασε κα κατεδίκασε κα πέκοψε κ το Σώματος ατς, κα κενοι, ο ποιοι οτε κατεδικάσθησαν κόμη π τς κκλησίας οτε ξλθον ατοβούλως ξ ατς, λλα διατελον κόμη ντός της κκλησίας. Μία τοιαύτη περίπτωσις ενε περίπτωσις το Πατριάρχου. Πατριάρχης θηναγορας χει κηρύξει αρετικ φρονήματα. Οτε κατεδικάσθη μως εσέτι π τς κκλησίας οτε πεκήρυξεν ατς τν κκλησίαν κα ξλθεν ξ ατς. Παραμένει κα νεργε ντός της κκλησίας. Συνεπς ενε κόμη γωγς Χάριτος. Τελε Μυστήρια. μες τί δυνάμεθα ν πράξωμεν;
α') Ν
προσευχώμεθα πρ νανήψεως κα μετανοίας ατο.
β') Ν
διαμαρτυρώμεθα κατ' ατο κα ν γωνιζώμεθα. ν δ συνείδησις τινος δν νέχηται ν μνημονεύη το νόματος ατο, χει τ δικαίωμα, προβαίνων τι περαιτέρω, ν παύση τ μνημόσυνον ατο, συμφώνως τ ΙΕ’ Κανόνι τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοτο μως ενε το σχατον βμα, ες τ ποον δύναται ν προχώρηση, ν θέλη ν μ ερεθ ες σχίσματα κα ες νταρσίας. Παύων δηλαδ τ μνημόσυνον, δν θ μνημονεύη τέρου πισκόπου (κτς ν πιστεύη τι λη κκλησία μν πεσεν ες αρεση!), λλα θ ναμένη, ς προέγραψα, ν τ «πιστολιμαία Διατριβή» μου, μετ' ρέμου συνειδήσεως τν κρίσιν Συνόδου.
τερον πρόβλημα: Ο παύοντες τ μνημόσυνον πς θ φέρωνται πρς τος κοινωνοντας μετ το Πατριάρχου; Ο κοινωνοντες μετ το Πατριάρχου ενε δύο κατηγοριν: α') Ο μόφρονες ατ (ς μερικς άκωβος, Χαλκηδόνος Μελίτων κ.λ.π. ) κα β') ο μ συμφωνοντες ατ (ς πάντες σχεδν ο ρχιερες τς κκλησίας τς λλάδος). ναντι τν πρώτων θ φέρωνται πως κα ναντί του Πατριάρχου. ναντι μως τν δευτέρων, στω κα ν οτοι κοινωνον μετ το Πατριάρχου τν λλων, δν δύνανται ν φέρωνται μοίως. Δν δύνανται δηλαδ ν φθάσουν μέχρι παύσεως το μνημόσυνου ατν. Δν πιτρέπεται, κατ τος ερος Κανόνας, ποφυγή τς μετ' ατν κοινωνίας. Ο ερο Κανόνες παρέχουν δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου το αρετικς διδασκαλίας κηρύσσοντος πισκόπου Πατριάρχου. Δν παρέχουν μως δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου κα κείνων, ο ποοι, ρθόδοξοι ντες, νέχονται ατόν.
Μεγάλη προσοχ
ες τ σημεον τοτο! φείλομεν ν διακρίνωμεν μεταξ τν δύο καταστάσεων: λλο κηρύσσων αρετικ φρονήματα κα λλο ρθοδόξως φρονν κα διδάσκων, λλ, κατ' οκονομίαν, νεχόμενος τν πρτον κα κοινωνν μετ' ατο.
πίσης: λλο κηρύσσων μν αρετικ φρονήματα, λλ μ ξελθν κ τς κκλησίας, μηδ ποκοπες π' ατς, κα λλο ξελθν ατοβούλως κ τς κκλησίας (κα δρύσας δίαν «κκλησίαν» προσχωρήσας ες τέραν τοιαύτην, αρετικν σχισματικήν), ποκοπες π τς κκλησίας, κατόπιν δίκης κα καταδίκης. Μετ το δευτέρου πς ρθόδοξος φείλει ν μ χη οδεμίαν κοινωνίαν. μετ το πρώτου μως κοινωνία (μέχρι τς καταδίκης ατο) φίεται π τν ερν Κανόνων ες τν λευθέραν κρίσιν κάστου ρθοδόξου πιστο.
χομεν δηλαδ δικαίωμα, παρεχόμενον π τν ερν Κανόνων, ν παύσωμεν τ μνημόσυνον ατο, δν εμεθα μως ποχρεωμένοι ν πράξωμεν οτω. Κατ' κολουθίαν, ν τίς, χρησιμοποιν τ δικαίωμα ατο, παύση τ μνημόσυνον, καλς ποιε κα δν πρέπει ν λέγχηται π τν λλων. ν τερος, σταθμίζων διαφόρους παράγοντας, κρίνη τι δν πρέπει ν χρησιμοποιήση τ κανονικν δικαίωμα ατο, λλα ν ναμένη τν «Συνοδικν διάγνωσιν», δν ενε ξιόμεμπτος, οτε, πολλ μλλον, ξιος κοινωνησίας! ν τ σημείω τούτω δύναται τς ν φαρμόση, προσηρμοσμένους πς, τος λόγους το Παύλου: « μνημονεύων τν μ μνημονεύοντα μ ξουθενείτω κα « μ μνημονεύων τν μνημονεύοντα μ κρινέτω» (βλέπε Ρωμαίους δ' 3).Τότε, θ επης, ποον τ κέρδος μν κ τς ποφυγς του μνημοσύνου το Πατριάρχου, φο θ χωμεν κοινωνίαν μετ το πισκόπου Δρυϊνουπόλεως π. χ. , ποος μνημονεύει το Πατριάρχου; Δν μολυνόμεθα οτω, κοινωνοντες μμέσως τ κηρύσσοντι αρετικ φρονήματα;
λλ’ διακοπ το μνημοσύνου, «πρ Συνοδικς διαγνώσεως» κα καταδίκης, δν χει τν ννοιαν ποφυγς μολυσμο κ τς κηρυττομένης αρέσεως! χι, δελφέ μου! ν εχεν ατν τν ννοιαν, τότε ο Κανόνες δν θ παρεχον πλς δικαίωμα παύσεως μνημόσυνου δι’ αρεσιν «πρ Συνοδικς διαγνώσεως», λλά θ θέσπιζον ρητν κα σαφ ποχρέωσιν μετ' πειλς βαρυτάτων ποινν ν ναντία περιπτώσει.
διακοπ μνημόσυνου δι’ αρεσιν «πρ Συνοδικς διαγνώσεως» χει λλην ννοιαν. ποτελε ντονον, λλα κα σχάτην διαμαρτυρίαν τς ρθοδόξου συνειδήσεως, παρέχει μίαν διέξοδον δι τος σκανδαλιζομένους, μα δ κα σκοπε ες τν δημιουργίαν ναταραχς, στε κκλησία ν πισπεύση τν κκαθάρισιν τς καταστάσεως.
Δ
ν πάρχει κίνδυνος νά... μολυνθμεν, οτε μνημονεύοντες το Πατριάρχου (φ' σον κόμη δν κατεδικάσθη), οτε, πολλ μλλον, δεχόμενοι ες κοινωνίαν τος μνημονεύοντας ατο. Τ ντιθέτως λεγόμενα ενε νόητοι «ζηλωτισμοί».
γιος Κύριλλος εροσολύμων δν μολύνθη καίτοι λαβε χειροτονίαν πισκοπικν παρ το Μητροπολίτου Καισαρείας κακίου, ποος το μν δεδηλωμένος ρειανς (κα μάλιστα ρχηγς μίας μερίδος τν ρειανν), λλ’ κόμη διετέλει κα νήργει ντός της κκλησίας. γιος νατόλιος χειροτονήθη κα ατς πίσκοπος (κα μάλιστα Πατριάρχης Κν/πόλεως) παρ το Πατριάρχου λεξανδρείας Διοσκόρου, ποος το μν μονοφυσίτης κα μέγας προστάτης το αρεσιάρχου Ετυχος, λλ δν εχεν κόμη καταδικασθ π τς Δ' Οκουμενικς Συνόδου. ν λοιπν δν μολύνη οδ' ατη χειροτονία παρ' πισκόπων, κηρυσσόντων μν αρετικ φρονήματα, λλ μήπω Συνοδικς καταδικασθέντων, παραμενόντων δ' κόμη ντός της κκλησίας, πολλ μλλον δν μολύνει τ μνημόσυνον ατν κα κόμη περισσότερον δν μολύνει κοινωνία μετ προσώπων νεχομένων οκονομικς ατος κα διατηρούντων τ μνημόσυνον ατν.
Ο
Παλαιοημερολογίται, «μ νοοντες μήτε λέγουσι μήτε περ τίνων διαβεβαιονται», σχυρίζονται τ λως ντίθετα (ρα κα βιβλίον Θεοδωρήτου Μαύρου). λλ τότε κα ατο ο ταλαίπωροι ενε μεμολυσμένοι. Διατί; Διότι, ς προεπον, κα ατοί, παρ τς θεωρητικς διακηρύξεις ατν, μλλον, ν κραυγαλέα κα τραγικ ντιθέσει πρς ατς, δέχονται ν τ πράξει ες κοινωνίαν (συμπροσευχν κα παροχν Μυστηρίων) πρόσωπα νήκοντα ες τν κκλησίαν τς λλάδος, τις χει κοινωνίαν μετ το Πατριάρχου! πότε;;;
ν θελον ν ενε συνεπες, πρεπε ν μ δέχωνται οτε ν μέλος τς λλαδικς κκλησίας ν κκλησιασθ (, πολλ μλλον, ν ξομολογηθ ν κοινωνήση) παρ' ατος, ν προηγουμένως δν δήλου τοτο τι ποχωρε κ τς κκλησίας τς λλάδος κα προσχωρε ν μετάνοια ες ατούς. Ατο μως, δες κα διστάκτως, συνεκκλησιάζονται, συμπροσεύχονται κα συμμετέχουν Μυστηρίων μετ πλήθους Νεοημερολογιτν ν τος Παλαιοημερολογιτικος Ναος κα μάλιστα τος τοιούτοις νίων συχαστηρίων.
Ε
νε ατ πράγματα θικς συνεπείας; Ενε πράγματα θικς πιτετραμμένα; Ενε πράγματα κανονικς δεκτά; Ενε, π τέλους, πράγματα τίμια; θ επον σως, τι πράττουν τοτο κατ' οκονομίαν. λλα τότε διατ ν δημιουργμεν σχίσματα κα διαιρέσεις κα κατατμήσεις κα πληγς ες τ Σμα τς κκλησίας; ν πρόκειται, μεταβαίνων τς ες τος Παλαιοημερολογίτας, ν συμπροσεύχηται κα πάλιν μετ τν κοινωνούντων τ Πατριάρχη, διατ ν μ μείνη ν τ κκλησία τς λλάδος, νεχόμενος, κατ' οκονομίαν, κα τν Πατριάρχην κα τος μόφρονας ατ; Οτω μάλιστα θ νέχηται οκονομικς μίαν αρεσιν: Τν οκουμενισμόν. ν, μεταβαίνων ες τος Παλαιοημερολογίτας, θ νέχηται δύο. Τν οκουμενισμν (φ' σον ο Παλαιοημερολογται συμπροσεύχονται μετ Νεοημερολογιτν, κοινωνούντων τ οκουμενιστ Πατριάρχη,) κα τν λληνικν Παλαιοημερολογιτισμόν, κηρύσσοντα τν αρεσιν τι τ μερολόγια κα τ ορτολόγια ενε ροι σωτηρίας!...
Λέγω «
λληνικν Παλαιοημερολογιτισμόν», διότι δν προτίθεμαι ν καταδικάσω ατ τοτο τ παλαιν μερολόγιον, περ κολουθον τόσαι ρθόδοξοι κκλησίαι, λλά τς αρετικάς περβολάς ες τς ποίας φρόνως κατήντησαν ο λληνες Παλαιοημερολογται. Δι’ ατ δέ, πλν λλων λόγων, φοβομαι κα τρέμω δι τς νταρσίας κα τ σχίσματα. κλρος τν περισσοτέρων ατς ενε: Τελικς καταντον ες ποστήριξιν θέσεων ατόχρημα αρετικν!Τατα, πολυφίλητε π. Νικόδημε, εχον γράψαι σο τ κα τ ερ κα θεοφιλε Συνοδεία σου. γραψα δ' κ πολλς θλίψεως κα συνοχς καρδίας» (Β΄ Κορινθίους Β΄ 4). λη κατάστασις τς ρθοδόξου κκλησίας ενε σήμερον λίαν θλιβερά. σως τελικς δν θ ποτραπον μεγάλαι περιπέτειαι.
Πρόσχωμεν!
ν ταπεινώσει, ν προσευχή, ν νηστεία, ν κατανύξει, ζητήσωμεν παρ το Κυρίου φωτισμν πς δε μς περιπατσαι ν τος περχομένοις. Διπλος κίνδυνος τς κκλησίας: νθεν σατανοκίνητος Οκουμενισμς κα κεθεν ψυχώλεθρος φανατισμός, δηγν τελικς ες φρικαλέας βλασφημίας κα αρέσεις κα πισκοτίζων τν λήθειαν. Υοβηθμεν μφότερα κα μφότερα φύγωμεν. Οκ κκλινομεν οτε δεξι οτε ριστερά. Μέση κα βασιλικ δ πορευσόμεθα. Ατη δ' στίν τς κηράτου ρθοδοξίας δός, τις κα κριβείας φύλαξιν οδε κα οκονομίας πίδειξιν οκ γνοε. Χαρε, δελφέ. Κα πάλιν ρ, χαρε! Χαρε, ν μέσω πάσης θλίψεως κα πάσης δύνης. ησος γρ «παρεδόθη δι τς μαρτίας μν κα γέρθη δι τν δικαίωσιν μν» (Ρωμαίους Δ' 25).
Δεήθητε δ
πάντες κτενς κα πρ τς μς θλιότητος, τι ν ποικίλω γνί εμι. ν παντ θλίβομαι. «ξωθεν μάχαι, σωθεν φόβοι» (Β΄ Κορινθίους Ζ’ 5. δε ρμηνείαν Π. Τρεμπέλα).
Πρόθυμος πάντοτε δι
πάσαν ξυπηρέτησιν κα πικαλούμενος πάντων μν τς εχάς, διατελ μετ βαθείας ν Χριστ ησο τ Κυρίω μν γάπης κα τιμς.


Ε1.
Χρόνος συγγραφής: 23/11/1969
Χρόνος δημοσίευσης: -
Έντυπο δημοσίευσης: -
Παραλήπτης: Μον. Θεοδώρητος Μαύρος
Τίτλος: Ζηλωτικών Ακροτήτων Έλεγχος
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 6
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 97-99

Περίληψη: Η αποδεδειγμένη αξιοσημείωτη οικονομία που έχει ασκήσει ή ασκεί η Εκκλησία, ακόμη και έναντι εκκλησιαστικών προσώπων που κατέστησαν φορείς κακοδοξιών.

Συγχέεις δεινώς τα πράγματα, αγαπητέ. Άλλο πράγμα το να υιοθετήσει η Εκκλησία, χάριν οικονομίας, ετεροδιδασκαλίαν τινά και να περιλάβη αυτήν εις τα δόγματα αυτής ως αλήθειαν και τελείως άλλο πράγμα η επίδειξις ανοχής προς πρόσωπα κακοδοξούντα και ετεροδιδασκαλούντα. Το πρώτον είναι αδιανόητον και ουδέποτε εγένετο, ούτε ήτο δυνατόν να γένηται, εφ’ όσον η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» και ουχί ταμείον πλανών και αιρέσεων. Το δεύτερον όμως, η επίδειξις δηλαδή ανοχής προς πρόσωπα κακοδοξούντα, πολλάκις εγένετο.
Ερωτάς «πόθεν αρύομαι την πληροφορίαν»; Εκ της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, φίλτατε! Μελέτησον καλώς και θα ίδης αν η Εκκλησία γνωρίζει ή όχι «χρονικά όρια αναμονής». Είναι έξω της αληθείας το γραφέν εν τη επιστολική μου πραγματεία ότι η Εκκλησία, οικονομία χρωμένη, ηνείχετο επί αιώνας τους κακοδοξούντας Λατίνους; Υπήρξαν μάλιστα και περιπτώσεις, καθ’ ας η ανοχή δεν υπήρξε καιρική αλλά μόνιμος. Η Εκκλησία, π. Θεοδώρητε, είναι Βασίλειον Χάριτος και ουχί αυτόφωρον Πλημμελειοδικείον, ούτε έκτακτον Στρατοδικείον. Ως τοιαύτη δε βλέπει πολύ μακράν και εξετάζει, πριν αποφασίση, πολλούς παράγοντας.
Θέλεις παράδειγμα; Δεν αγνοείς την περίπτωσιν του Αυγουστίνου. Η περί «απολύτου προορισμού» διδασκαλία αυτού είναι όλως κακόδοξος, αύτη δε δεν είναι η μόνη απαντώσα παρ’ αυτώ κακοδοξία. Και όμως! Η Εκκλησία, λαβούσα πολλούς παράγοντας υπ’ όψιν, ουδέποτε κατεδίκασεν αυτόν, καίτοι έκτοτε παρήλθον 15 όλοι αιώνες. Εάν έζης τότε και έβλεπες την έναντι των κακοδοξιών του Αυγουστίνου ανοχήν της Εκκλησίας, θα απεκήρυττες αυτήν και θα εξήρχεσο εξ αυτής. Σήμερον θα εύρης και θα παρατάξης πολλάς δικαιολογίας διά την στάσιν αυτήν της Εκκλησίας, αλλά ήθελον να έζης τότε…
Θέλεις δε να μάθης και μία άλλην θαυμαστήν περίπτωσιν οικονομίας, ην αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος εις την προς Ρουφινιανόν επιστολήν αυτού; Άκουσον και φρίξον την της Εκκλησίας «άφατον μακροθυμίαν» και επιείκειαν:
Μετά την κατάπαυσιν της Αρειανής βίας εγένετο πολλαχού Σύνοδοι Ορθοδόξων Επισκόπων. Ενώπιον αυτών παρουσιάσθησαν ως υπόδικοι Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί, οίτινες είχον προηγουμένως προσχωρήσει εις την αίρεσιν του Αρείου, ήδη δε μετενόουν. Τινές εκ τούτων προέβαλον την εξής δικαιολογίαν της συμπεριφοράς αυτών: Ημείς, είπον, δεν είμεθα ομόφρονες του Αρείου. Όχι! Αλλ’ εσκέφθημεν ότι αν αντιταχθώμεν, θα εξορισθώμεν ημείς και θα έλθωσιν εις τους θρόνους ημών άλλοι, πράγματι Αρειανοί, οίτινες θα αποβώσιν ολετήρες της Εκκλησίας. Δι’ αυτό λοιπόν απεφασίσαμεν να αποδεχθώμεν την αίρεσιν και να υποκριθώμεν ότι και ημείς φρονούμεν τα του Αρείου, ώστε να αποτραπή ο ως άνω κίνδυνος.
Αληθώς τερατώδης οικονομία, αγαπητέ π. Θεοδώρητε! Άκουσον όμως και την συνεχειαν:
Αι Σύνοδοι, οικονομίαν επιδειξάμεναι, δεν απεδοκίμασαν την γενομένη τερατώδη όντως οικονομίαν ταύτην. Εκείνους τους Επισκόπους, οίτινες δεν ήσαν αρχηγοί και πρωτοστάται εις την αίρεσιν, αλλ’ απλώς υπέγραψαν αιρετικάς ομολογίας, ου μόνον εδέχθησαν πάλιν εις τους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά και ετοποθετήθησαν εις Επισκοπάς!
Ταύτα, αγαπητέ π. Θεοδώρητε, έπραξαν αι Σύνοδοι. Ο δε αναφέρων ταύτα Μ. Αθανάσιος συμφωνεί προς τα γενόμενα και υιοθετεί αυτά, προτρέπει δε τον εν πνεύματι υιόν και συλλειτουργόν αυτού Ρουφινιανόν όπως και αυτός αποδέξηται και εφαρμόση τα αποφασισθέντα και μη μεμφθή τας Συνόδους ως λίαν υποχωρητικάς. Προτρέπει δ’ ακόμη αυτόν όπως γνωστοποιήση τας αποφάσεις εις τον υπ’ αυτόν Κλήρον και Λαόν, ώστε και αυτοί να μάθωσιν τα πράγματα και να μη εκτοξεύουσι κατηγορίας κατ’ αυτού (του Ρουφινιανού) ως υπεράγαν ενδοτικού προς τους αιρετικούς.


Ε2.
Από την ίδια ως άνω επιστολή
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 102

Περίληψη: Η Εκκλησία ανά την υφήλιο κοινωνεί πλήρως με την Εκκλησία της Ελλάδος και όχι με τους παλιοημερολογίτες, επομένως δεν είναι σχισματική η Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά σχισματικοί οι αυτοαποκομμένοι παλιοημερολογίτες.

Αγαπητέ π. Θεοδώρητε, διατί ποιείς στρεψόδικον μετάθεσιν του ζητήματος; Το ζήτημα δεν είναι αν καλώς ή κακώς εγένετο η ημερολογιακή μεταρρύθμισις (κακώς εγένετο), αλλ’ αν επετρέπετο η διά το ημερολόγιον απόσχισις από της Ελλαδικής Εκκλησίας, εφόσον «η ανά την Οικουμένην Ορθόδοξος Εκκλησία» (χρησιμοποιώ τας φράσεις σου) δεν απεκήρυξε την Εκκλησίαν της Ελλάδος δια την γενομένην μεταρρύθμισιν, αλλά συνέχισε να κοινωνή αδελφικώτατα μετ’ αυτής. Ουδείς διενοήθη να καταδικάση τους Παλαιοημερολογίτας επί παλαιοημερολογιτισμώ. Θα ήτο τότε ως να κατεδίκαζε τόσας και τόσας τοπικάς Εκκλησίας, ακολουθούσας τω παλαιώ ημερολογίω. Το σφάλμα των αγαπητών Παλαιοημερολογιτών δεν ήτο η εμμονή εις το παλαιόν ημερολόγιον· ηδύναντο να εμμείνωσιν εις αυτό, επικαλούμενοι το παράδειγμα των άλλων Εκκλησίων. Το σφάλμα αυτών ήτο ότι, αγνοήσαντες και περιφρονήσαντες την εν προκειμένω στάσιν της ανά την οικουμένην Ορθοδόξου Εκκλησίας, απεκήρυξαν αυτοί ως σχισματικήν την Ελλαδικήν Εκκλησίαν και απεκόπησαν εξ αυτής, αποβάντες ούτως ΥΠΕΡεκκλησία. Και ερωτώ λοιπόν: Εφόσον σύμπασα η ανά την οικουμένην Ορθόδοξος Εκκλησία δεν απέκοψεν από του Σώματος αυτής την Εκκλησίαν της Ελλάδος, παρά την γενομένη μεταρρύθμισιν, «ποιος εκ των δύο ευρίσκεται εν αρμονία με την έννοιαν της Εκκλησίας» (χρησιμοποιώ και πάλιν τας φράσεις σου), οι συνεχίσαντες την κοινωνίαν προς την Ελλαδικήν Εκκλησίαν ή οι αποκοπέντες εξ αυτής;
Φέρε μοι καταδίκην της Ελλαδικής Εκκλησίας παρά των άλλων Εκκλησιών (έστω και έμμεσον, δηλαδή διακοπήν της κοινωνίας) δια την ημερολογιακήν μεταβολήν και τότε εγώ γίνομαι πάραυτα Παλαιοημερολογίτης. Δεν δύνασθε τούτο υμείς οι Παλαιοημερολογίται; Τότε αποδέξασθε, επόμενοι τη πράξει της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, την κανονικήν κοινωνίαν μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος, και τότε πάλιν γίνομαι και εγώ Παλαιοημερολογίτης.
Τούτων μη γενομένων, πως δύναμαι να διακόψω την μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος κοινωνίαν, αποκοπτόμενος ούτω από της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις κοινωνεί τη Εκκλησία της Ελλάδος; Όχι, αδελφέ! Εγώ δεν διενοήθην να υποκαταστήσω την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν! Ούτε επίστευσα ποτέ ότι η ανά την Οικουμένην Ορθόδοξος Εκκλησία κατεπόθη υπό της πλάνης, ώστε να δύναμαι να αδιαφορήσω δια το τι πράττει αύτη και μετά ποιών κοινωνεί.


Στ1.
Χρόνος συγγραφής: 6/5/1980
Χρόνος δημοσίευσης: 16/5/1980
Έντυπο δημοσίευσης: «Ορθόδοξος Τύπος»
Παραλήπτης: Μον. Νικόδημος αγιορείτικης συνοδείας π. Εφραίμ
Τίτλος: Αναγκαίαι τινές Διευκρινίσεις και Συμπληρώσεις
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 18
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 183-184

Περίληψη: δεν σώζουν τα εορτολόγια.

Τρίτος αναγνώστης, και αυτός «ζηλωτής», παρετήρησεν ότι η μεταβολή του ημερολογίου «ενέχει και δογματικήν σημασίαν», παρεβίασε «το δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας», ανέτρεψε «το άρθρον του Συμβόλου, το λέγον “πιστεύω ες Μίαν… Εκκλησίαν”, διότι διά της αλλαγής του Ημερολογίου η Μία Εκκλησία διεσπάσθη εις… δύο, μιαν Παλαιοημερολογίτικην και μίαν Νεοημερολογίτικην».

Ο ισχυρισμός αυτός, ο δυστυχώς χιλιοειπωμένος, αλλά και συνεχώς επαναλαμβανόμενος, είναι κυριολεκτικώς «άνω ποταμών».

Η ενότης της Εκκλησίας έγκειται εις την αυτήν πίστιν και την κοινωνίαν των αυτών Μυστηρίων, ουχί δε και εις την ομοιομορφίαν περί την λατρείαν ή την διοίκησιν. Εάν η περί την λατρείαν (εορταί, νηστείαι κτλ) ομοιομορφία ήτο συστατικόν της ενότητος της Εκκλησίας, τότε η Εκκλησία ουδέποτε υπήρξε «Μία». Κατά τους τέσσαρας πρώτους αιώνας, ως είναι πασίγνωστον, ουδ’ αύτη η εορτή του Πάσχα ετελείτο πανταχού τη αυτή ημέρα. Επί τέσσαρας λοιπόν αιώνας η Εκκλησία δεν ήτο «Μία»; Επί τέσσαρας λοιπόν αιώνας το δόγμα εις «Μίαν Εκκλησίαν» ήτο… κατηργημένον; Αλλ’ είχε και επ’ αυτού… βαρύγδουπον απάντησιν ο αφελής «ζηλωτής»: «Ήλθον όμως αι Οικουμενικαί Σύνοδοι και ερύθμισαν τα πάντα. Εορτάς, νηστείας, τυπικάς διατάξεις κτλ. Έκτοτε ουδεμία παρέκκλισις από των θεσπισθέντων επιτρέπεται…».

Τα συστατικά ενός πράγματος συνυπάρχουσι μετ’ αυτού από της πρώτης στιγμής. Εάν λοιπόν η περί την λατρείαν αρμονία ήτο συστατικόν της ενότητος της Εκκλησίας, έπρεπεν αύτη να υπάρχη από της στιγμής της ιδρύσεως της Εκκλησίας.  Θα ήτο τερατώδης παραλογισμός να είπωμεν ότι η λατρευτική αρμονία δεν ήτο συστατικό της ενότητος της Εκκλησίας απ’ αρχής, απέβη όμως μεταγενεστέρως!  Θα ήτο ως να λέγομεν ότι το αίμα δεν είναι συστατικό του ανθρωπίνου οργανισμού από του σχηματισμού αυτού εντός της μητρικής κοιλίας, αλλ’ αποβαίνει τοιούτον από του… δεκάτου έτους της ηλικίας αυτού! Τις όμως είπε ποτέ τοιαύτας τερατολογίας;

Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι παν άλλο ή πάσας τας εορτάς καθώρισαν. Πλην της εορτής του Πάσχα ουδεμία άλλη εορτή καθωρίσθη υπό Οικουμενικής Συνόδου. Αι λοιπαί εορταί διεμορφούντο ελευθέρως, και κατά συνέπειαν διαφόρως, εν εκάστω τόπω, ως και άλλοτε αλλαχού εγράψαμεν. Ούτω πχ η Δύσις εώρταζε την Γέννησιν του Κυρίου τη 25η Δεκεμβρίου, ενώ η Ανατολή, μέχρι της εποχής του ιερού Χρυσοστόμου, συνεώρταζε αυτήν μετά των Θεοφανίων τη 6η Ιανουαρίου (Β. Στεφανίδης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», σελ. 287-288). Η Ανατολή είχεν εορτήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ενώ η Δύσις εστερείτο αυτής επί αιώνας (αυτόθι, σελ. 288). Η Ανατολή εώρταζεν επί μακρόν τους Αγίους Αποστόλους, Πέτρον και Παύλον, τη 28η Δεκεμβρίου, ενώ η Δύσις εώρταζεν αυτούς τη 29η Ιουνίου (αυτόθι, σελ. 289). Ταύτα ενδεικτικώς, διότι υπάρχει σωρεία περιπτώσεων. Ουδέποτε λοιπόν η Εκκλησία εθεώρησεν ως συστατικόν της εαυτής ενότητος την περί την λατρείαν ομοιομορφίαν! Δι’ αυτών βεβαίως δεν εννοώ ότι η λατρευτική αρμονία δεν είναι τι το καλόν και το ευκταίον. Παν τουναντίον! Άλλο όμως αυτό και άλλο να ανάγωμεν ταύτην εις δόγμα Πίστεως, εις όρον σωτηρίας. Τούτο αποτελεί αίρεσιν!.

Και μετά τας Οικουμενικάς Συνόδους συνεχίσθη εν τη Εκκλησία αδιακόπως η ποικιλία εν τη λατρεία και τη διοικήσει. Πρόχειρον παράδειγμα λατρευτικής διαφοράς, η εορτή της αγίας Αικατερίνης. Τόσον σήμερον, όσον και προ της μεταβολής του ημερολογίου, η εορτή αύτη άγεται  παρ’ ημίν μεν τη 25η Νοεμβρίου, παρά πάσαις δε ταις Σλαυικαίς Εκκλησίαις κατά μίαν ημέραν ενωρίτερον, ήτοι τη 24η Νοεμβρίου. Λοιπόν; Θα ισχυρισθώμεν ότι και προ της αλλαγής του Ημερολογίου είχε ανατραπεί το δόγμα της ενότητος της Εκκλησίας, αφού υπήρχεν εορτολογικός «διχασμός» των πιστών, των μεν τιμώντων σήμερον, των δε τιμώντων τη επαύριον, την Αγίαν Αικατερίναν; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά;


Στ2.
από την ίδια ως άνω επιστολή
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 186

Περίληψη: Οικουμενική σύνοδος εξομοιώνει τους αντισυνάγοντες του επισκόπου ή τους σχίζοντες την Εκκλησία με τους αιρετικούς.

'Όσοι εκ των ημετέρων θεωρούσι τας ακρότητας των «ζηλωτών» ως μικράς τινάς και ασημάντους παρεκκλίσεις, φέρονται αγνοούντες ή λησμονούντες εν μεγίστης βαρύτητος γεγονός: Ότι υπό μιας ολοκλήρου Οικουμενικής Συνόδου (Κανών 6 της Β') οι «αποσχίσαντες και αντισυνάγοντες τοις κανονικοίς επισκόποις» της Εκκλησίας, εξομοιούνται και εξισούνται, ούτε ολίγον ούτε πολύ, προς τους αιρετικούς (Βλ. και «Δογματική» Χρ. Ανδρούτσου, σελ. 276).


Ζ.
Χρόνος συγγραφής: δεν αναφέρεται
Χρόνος δημοσίευσης: 22/11/1985
Έντυπο δημοσίευσης: «Ορθόδοξος Τύπος»
Παραλήπτης: πάντες ενδιαφερόμενοι
Τίτλος: Περί την Νηστείαν των Αγίων Αποστόλων
Σειρά επιστολής στο β’ μέρος του βιβλίου: 24
Αριθμοί σελίδων αποσπάσματος: 216-220

Περίληψη: Εάν η αλλαγή ή σύντμηση της οιασδήποτε νηστείας είναι αιτία χωρισμού από την Εκκλησία, η Εκκλησία θα είχε αυτοκαταργηθεί εδώ και πολλούς αιώνες, ενώ γνωστοί άγιοι θα έπρεπε να έχουν αποκηρυχθεί από όσους πιστούς σκανδαλίζονται από αλλαγές νηστειών.

Νεαρὸς θεολόγος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀρξαμένης νηστείας τῶν Χριστουγέννων, ἠρώτησεν ἠμᾶς περί τῆς γενομένης, διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, συντμήσεως τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Συγκεκριμένως τὸ ἐρώτημα ἦτο: «Ἐπετρέπετο ὁ ἐπελθών, διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ Ἠμερολογίου, περιορισμὸς τής νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων; Καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐνίοτε φθάνει μέχρι καταργήσεως τῆς νηστείας, μήπως ἀποτελεῖ δικαιολογίαν διὰ τὴν στάσιν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν;»
Ἐπειδὴ ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις ἔχει γενικώτερον ἐνδιαφέρον, κρίνομεν σκόπιμον νὰ καταχωρίσωμεν αὐτὴν εἰς τὰς στήλας τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» ἐπὶ τῇ ελπίδι ὅτι θὰ ωφελήσῃ καλοπροαιρέτους ψυχάς. Λοιπόν: Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ διορθωμένου Ἰουλιανοῦ (καὶ ὄχι τοῦ Γρηγοριανοῦ(*1), ὡς ἰσχυρίζονται τινές ἀμαθεῖς ἤ κακόπιστοι) Ἡμερολογίου εἱς τὴν Ἐκκλησίαν μας περιώρισε κατὰ δέκα τρεῖς ἡμέρας τὴν νηστείαν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐνίοτε δέ ὅταν τὸ Πάσχα εἶναι ὄψιμον, τὴν ἐξαφανίζει τελείως. Τοῦτο ὅμως πολύ άπέχει ἀπὸ τοῦ νἀ δικαιολογῆ τὴν ἀνταρσίαν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησία. Ἐὰν ἤθελον νὰ κρατήσουν τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον, διατηροῦντες ἐν ταυτῶ καὶ τὴν κανονικὴν κοινωνίαν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Αὐτό ἄλλωστε, ἔπραξε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ποῖος τὸ κατέκρινεν; Ὁ περιορισμὸς τῆς νηστείας τῶν ἀγίων Ἀποστόλων (ἡ ὁποία, σημειωτέον, ὑπὸ οὐδεμιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐνομοθετήθη, ἀλλ᾿ ἁπλῶς καθιερώθη παλαιόθεν ἐν τῆ πράξει, ὡς τοιαύτη δὲ εἶνε σεβαστὴ ἀναμφιβόλως) δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ α΄ ἤ β΄ ἀτόμου, λαϊκού ἤ Κληρικοῦ, ἀλλ᾿ ἐγένετο ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς αποδοχῆς τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Αἱ ἄλλαι δὲ Ἐκκλησίαι, αί ἐμμεἰνασαι ἐν τῷ Παλαιῶ Ἡμερολογίῳ, δὲν διέκοψαν τὴν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κοινωνίαν παρὰ τὴν (κακῶς γενομένην, ὡς ἔχομεν πλειστάκις γράψει) ἀλλαγὴν τοῦἩμερολογίου καί τὸν ἐκ ταύτης προελθόντα περιορισμὸν τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλὰ συνὲχισαν τὰς μετ᾿ αὐτῆς κανονικὰς σχέσεις. Κατόπι τῶν ὡς ἄνω, ποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ διαρρηγνύῃ τοὺς μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κανονικοὺς δεσμούς, χωρὶς νὰ καθίσταται ΥΠΕΡ-Ἐκκλησία; Ἀλλ᾿ ὅστις καθίσταται ΥΠΕΡ-Ἐκκλησία, τίθεται απλῶς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ γίνεται σχισματικός ἤ αιρετικός . Ἀπορῶ μάλιστα πῶς οὶ Παλαιοημερολογῖται, μὲ τὴν νοοτροπίαν την ὁποίαν ἔχουν, δὲν... ἀναθεματίζουν καὶ ὅλους τοὺς Πατριάρχας, ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους, ὅλους τοὺς Κληρικούς, ὄλας τὰς Συνόδους, ὄλας τὰς Ἐκκλησίας, ὅλους τοὺς Ἁγίους, ὅλους τοὺς πιστούς, απὸ τοῦ εβδόμου αἰῶνος μέχρι σήμερον. Θὰ ἐρωτηθῶμεν: Διατί; Διότι, ἁπλούστατα, μέχρι τότε, δηλαδὴ μέχρι τοῦ ἑβδόμου αἰώνος, ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων δὲν διήρκει ὅσον σήμερον, ἀλλ᾿ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα. Ἐξηγοῦμαι ἀναλυτικώτερον: Ἡ νηστεία αὕτη ἀρχικῶς ἦτο διαρκείας μιᾶς ἑβδομαδος. «Τῇ γὰρ ἑβδομάδι μετὰ τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ὁ λαὸς νηστεύσας ἐξῆλθε περὶ τὸ κοιμητήριον εὔξασθε». Μ. Ἀθανασίου «Περί τῶν διαβαλλόντων τὴν ἐν διωγμῷ φυγὴν αὐτοῦ», παρ. 6. (Β.Ε.Π.Ε.Σ., 31,36). Καί αἱ «Ἀποστολικαὶ Διαταγαί» ὁρίζουν(Ε,ΧΧ, 14): « Μετὰ οὖν τὸ ἑορτάσαι ὑμᾶς τὴν Πεντηκοστὴν ἑορτὰσατε μίαν ἑβδομάδα καί μετ΄ ἐκείνην νηστεύσατε μ ί α ν (ἑβδομάδα)» (Β.Ε.Π.Ε.Σ., 2,93). Ἀσχέτως τοῦ χρόνου ἐνάρξεως τῆς νηστείας (τὸ πρῶτον κείμενον ἐννοεῖ αὑτὴν γινομένην κατ΄ αὐτήν ταύτην τὴν εβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς, δηλαδή ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς Πεντηκοστῆς (*2), ένῷ τὸ δεύτερον κείμενον ἐννοεῖ αὐτὴν γινομένην μίαν ἑβδομάδα βραδύτερον), τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι τότε ἡ μετά τὴν Πεντηκοστὴν νηστεία ἦτο διαρκείας μιᾶς καὶ μόνον ἑβδομάδος. (Τότε δὲν εἶχεν άκόμη θεσπισθῆ ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τῇ 29ῃ Ἰουνίου. Παρὰ ταῦτα ἡ νηστεία αὕτη συνεδέετο πρὸς τοῦς ἁγίους Ἀποστόλους, διότι οὗτοι μετὰ τὴν Πεντηκοστήν ἐξαπεστάλησαν εἰς τὸ κήρυγμα). Κατὰ τοὺς μετέπειτα ὅμως αἰῶνας ἡ νηστεία αὕτη κατέστη λίαν ἐκτεταμένη. Ἤρχιζεν ἀπό τῆς ἐπομένης τῆς εορτῆς τῶν ἀγίων Πάντων καὶ ἐπερατοῦτο τῇ 14ῃ Αὐγούστου! Περιελάμβανε δηλαδὴ καὶ ὁλόκληρον τόν μῆν Ἰούλιον, πρᾶγμα ὅπερ σημαίνει ὅτι ἦτο ἡ μακροτέρα νηστεία τοῦ ἔτους, υπερβαίνουσα κατὰ πολὺ εἰς μῆκος καὶ αὐτήν τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν. Ἐνῷ δηλαδὴ ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, ὁμοῦ μετά τῆς Μ. Εβδομάδος, φθάνει τὰς 48 ἡμέρας, ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐν περιπτώσει μὲν ὀψίμου Πάσχα ἔφθανε τὰς 55 ἡμέρας, ἐν περιπτώσει δὲ πρωΐμου Πάσχα ἔφθανε τὰς 89 ἡμέρας! Ἐπ᾿ αύτοῦ ἔχομεν σαφεστάτην μαρτυρίαν τοῦ κατὰ τὸν Ζ΄ αἰῶνα ἀκμάσαντος ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου: «Ἡ δὲ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν νηστεία, αὕτη ἐστὶν ἡ ἐν ταῖς Διατάξεσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ρηθεῖσα. Φασὶ γὰρ ἐν ταύταις, ὅτι μετὰτὴν Πεντηκοστὴν ἑορτάσατε ἑβδομάδα μίαν καὶ μετ᾿ ἐκείνην νηστεύσατε... Ἐνηστεύετο τοιγαροῦν ἡ τοιαύτη νηστεία (σημ: κατὰ τοὺς πρὸ τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου χρόνους) μέχρι τῆς Κοιμήσεως τής Θεοτόκου· ὑπὸ δὲ τῶν ἁγίων Πατέρων δι᾿ οἱκονομίαν ἑξεκόπη, τὸ μὲν διὰ τὸ παρεμπίπτειν ταῖς ἐθνικαῖς νηστεἰαις..., τὸ δέ, ὡς ἕμοιγε καταφαίνεται, καὶ διὰ τὴν ὀλιγωρίαν καὶ τὸ ἁπρόθυμον τῶν ἀνθρώπων· ἐτυπώθη δὲ ἄχρι τῆς εορτῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων νηστεύειν, εἶθ᾿οὕτως ἐπιλύειν· εἶτα ἀπ᾿ ἀρχῆς Αὐγούστου νηστεύειν, ἄχρι τῆς Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, καί πάλιν διαλύειν...». Ὁλόκληρος δηλαδή μήν, ὁ Ἰούλιος, ἀφαιρέθη! (Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, «Περὶ τῶν ἁγίων Τεσσαρακοστῶν». Γ. Ράλλη Μ. Ποτλῆ «Σύνταγμα τῶν θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων», τόμ. Δ΄, σελ. 583-584). Τί «κάθηνται» λοιπὸν οἱ ἀγαπητοὶ Παλαιοημερολογῖται, οἱ μὴ ἀνεχόμενοι οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς ἀρχαῖα ἔθιμα καὶ παραδόσεις; Ἐἀν εἶνε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς, ὀφείλουν, πρῶτον, νὰ ἐπαναφέρουν τὴν νηστείαν αὐτήν εἰς τὴν πρὸ τοῦ Ζ΄ αἰῶνος θέσιν τῆς, ὥστε νὰ καλύπτῃ καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἰούλιον· καὶ δεύτερον, ὀφείλουν νὰ ἀποκηρύξουν ὅλας τὰςἘκκλησίας, ἀπὸ τοῦ Ζ΄ αἰῶνος ἕως σήμερον, ἐφ᾿ ὅσον αὗται ἐτόλμησαν νὰ περικόψουν ἀρχαιοπαράδοτον νηστείαν. Δὲν θὰ ἐξαιρέσουν ἐννοεῖται, τῆς ἀποκηρύξεως καὶ τόν ἅγιον Ἀναστάσιον, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ μετὰ συμπαθείας καὶ ὄχι μετὰ βδελυγμίας περὶ τῶν τολμησάντων τὸ... ἀνοσιούργημα τῆς περικοπῆς, οὕς μάλιστα ὀνομάζει -ἄκουσον! ἄκουσον!- καὶ «ἁγίους Πατέρας»! Ἄν εἶνε ποτέ δυνατὸν «ἅγιοι Πατέρες» περικόπτουν νηστείας!... Ἀναμένομεν! Μεταξὺ τῶν ἀποκηρυχθησομένων θὰ εἴνε βεβαίως καὶ ὀ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος: α) Δὲν κατήργησε τήν πρὸ αὐτοῦ γενομένην σύντμησιν τῆς ρηθείσης νηστείας. Καὶ β) Ἐπὶ πλέον ὥριζεν ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς τόσον τῆς νηστείας αὐτῆς, ὅσον καὶ τῆς τοιαύτης τῶν Χριστουγέννων, πλήν τῆς καταλὺσεως ἰχθύος, ἐπιτρέπεται καὶ ἡ κατάλυσις τυροῦ καὶ ὠῶν !... Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοῦ: «Εἰς δὲ τὴν Τεσσαρακοστὴν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἰχθύας καὶ τυρὸν καὶ ὠὸν οὐκἐσθίομεν, πλὴν τῶν ἡμερῶν ἐν αἷς ὥραν οὐ ψάλλομεν... ἐν δὲ ταῖς ἀργησίμοις ἐν αἷς ἠνιξάμεθα τυρὸν ἐσθίειν καὶ τὰ λοιπά, τῇ στ΄ τρώγοντες, γ΄ πίνομεν καὶ όψὲ β΄ . Οὗτος τύπος καὶ τῇ Τεσσαρακοστὴ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου...» (Ε. Π. Migne 99,1713-1716) (*3). Δὲν εἶνε λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἄξιος ἀποκηρύξεως;! Πολλῷ μᾶλλον εἶνε ἄξιος ἀποκηρύξεως ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμὼν (ΙΒ΄ αἰών ), ὅστις ὄχι μόνον ἀποδέχεται τὴν παλαιοτέραν σύντμησι ἀλλὰ ὁμολογεῖ, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν τοῦ ἡ σύντμησις εἶχεν ἄφήσει ἀθίκτους μόνον ἑπτὰ ἡμέρας, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς λαϊκούς. «...Ἡμεῖς δὲ σκοπήσαντες τὰ περὶτούτου, ἀπολογούμεθα, ὅτι ἐξ ἀνάγκης προηγοῦνται νηστεῖαι πρὸ τῶν τεσσάρων τούτων ἑορτῶν, ἤγουν πρὸ τῆς έορτῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦἡμῶν καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς ἁγίας Θεοτόκου, πλὴν ἑπταήμεροι. Μία γὰρ τεσσαρακονθήμερος νηστεία ἐστίν, ἡ τοῦ ἁγίου καὶ μεγάλου Πάσχα. Εἰ δὲ τίς καὶ πλὲον τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ νηστεύει ἤ ἑκοντὶ ἐξ ἰδίας θελήσεως) ἤ ἀπὸ κτητορικοῦ (=μοναστηριακοῦ) τυπικοῦ συνωθούμενος, ού καταισχυνθήσεται». (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, μν. Ἔργον, τόμ. Δ΄, σελ. 488.) Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ μιᾶς ἄλλης νηστείας, ἡ ὁποία σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου κατηργήθη παντελῶς ἐν τῇ πράξει χωρὶς νὰ προκαλέση ὄχι ἀνταρσίας καὶ σχίσματα, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν θόρυβον ἤ ἀντιδράσεις. Ἐννοῶ τὴν πρὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ νηστείαν, ἡ ὁποία ἦτο πολυήμερος. Μόνον οἱ λαϊκοὶ εἶχον νηστείαν μιᾶς ἡμέρας, ἤτοι τὴν ἰδιαν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ. Οί Μοναχοὶ ὅμως εἶχον καὶ πρὸ τῆς ἑορτῆς νηστείαν διαρκείας 4-14 ἡμερῶν! Ἰδοὺ τί μαρτυρεῖ σχετικῶς ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: «Οἱ μὲν οὺν μονάζοντες, εἱς δόξαν καὶ ἐπαινον τοῦ σταυρικοῦ ξύλου, δέκα καὶ τέσσαρας ἡμέρας διαφυλάττουσιν, ἄλλοι δώδεκα, ἄλλοι τέσσαρας· ὁ δὲ σύμπας λαὸς τοῦ Χριστοῦ, ἁγνοὶ πάντες διατηρῶσιν αὐτην τὴν ἡμέραν τῆς ὑψώσεως, ἤτοι τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός». (Ε. Π. Migne 99, 1696). Ποῦ εἶνε σήμερον ἡ πολυήμερος νηστεία αὕτη πρό τῆς ἑορτῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ; Εἰς ποίας ἱερὰς Μονὰς τηρεῖται; Ποῖοι Μοναχοὶ τῆν γνωρίζουν κἄν; Οὐδαμοῦ τηρεῖται καῖ οὐδεὶς τὴν γνωρίζει! Ἐξέλιπεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον χωρὶς νὰ ἀφήση ἴχνη... Διὰ τῶν ἀνωτέρω πολὺ ἀπέχω ἀπὸ τοῦ νὰ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἤ τοῦ περιορισμοῦ τῶν νηστειῶν, ἔστω καὶ ἄν αὖται δὲν ἔχουν νομοθετηθῆ ὑπὸ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπως ἡ νηστεία τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευῆς καὶ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Πιστεύω ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀφεθοῦν ὡς ἔχουν καὶ οἱ Ἑξομολόγοι, ἐν τῇ διακριτικῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ, ἄς οἱκονομοῦν τοὺς πιστοὺς ἀναλόγως πρὸς τὴν δύναμιν ἑκάστου. Ἄς λείψουν αἱ ἀλλαγαὶ καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις. Ἄς μὴ προκαλῶνται ἀμφισβητήσεις καὶ συγχύσεις. Ἄς πρυτανεύσῃ ἡ ποιμαντικὴ σύνεσις. Ἄς μὴ ταράττωνται αἱ συνειδήσεις τῶν ἁπλουστέρων. Οἱ Ποιμένες ἡμῶν ἄς μὴ λησμονοῦν τὸ ἀποστολικὸν ρῆμα: «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐπάντα οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. Ί, 23). Δὲν συνηγορῶ λοιπὸν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος τῶν νηστειῶν. Ἁπλῶς θέλω νά ἐπισημάνω διὰ τῶν ὡς ἄνω ὅτι ἡμεῖς οἱ πιστοὶ δὲν δυνάμεθα διὰ τοιαῦτα θέματα νὰ δημιουργῶμεν ἐπαναστάσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μάς καὶ σχίσματα καὶ κατατμήσεις.
--------------
(*1) Βλ. Σελ. 52 τοῦ παρόντος (ὑποσ. Β΄)
(*2) Τὸ «προηγούμενον» αὐτο παρέχει, νομίζομεν, ποιάν τινα λύσιν εἰς τὴν περίπτωσιν καθ᾿ ἥν, λόγῳ λίαν ὀψίμου Πάσχα, δὲν μεσολαβεῖ χρονικόν τι διάστημα μεταξὺ Κυριακῆς ἁγίων Πάντων καὶ ἑορτῆς ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἄς τηρῆται μικρά τις νηστεία ἐναὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστῆς (καίτοι αὕτη εἶνε καταλύσιμος), κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν πιστῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Μ. Ἀθανασίου.
(*3) Ὁ αὐτὸς ἅγιος Πατήρ, ὁμιλῶν καῖ περὶ τῆς νηστείας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐδίδασκεν ὅτι ἐπιτρέπεται κατάλυσις ἰχθύος οὐ μόνον κατὰ τὴν Κυριακὴν τῶν Βαΐων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πρὸ αὐτῆς Σάββατον τοῦ Λαζάρου!« Ἰχθύας δὲ οὐδαμῶς ἐσθίομεν τὴν ἀγίαν αὐτην νηστείαν (τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς), πλὴν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου καὶ τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων, εἰς δόξαν τοῦ κατελθόντος ἐκ τῆς νηστείας καὶ συνεσθιασθέντος ἐπὶ τῇ τοῦ Λαζάρου ἐγέρσει»! (Ε. Π. Migne 99, 1700).


--

Παραθέτουμε και ένα απόσπασμα από το βιβλίο «ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ από τη διδασκαλία του πατρός Επιφανίου» - Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνας, σελ. 38, το οποίο βρήκαμε στο διαδίκτυο: 

Κάποτε συζητούσε ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος με έναν απλοϊκό Παλαιοημερολογίτη, ο οποίος του έλεγε με οργή και αυτοπεποίθηση: «Εσείς οι Νεοημερολογίτες δεν θα πάτε στον Παράδεισο!». «Θα πάμε!» του τόνιζε χαμογελώντας ο Γέροντας.
«Δεν θα πάτε!» επέμενε αυτός. «Θα πάμε!» επαναλάμβανε ο Γέροντας. «Αι, αν πάτε εσείς, εγώ τέτοιο Παράδεισο δεν τον θέλω!» έλεγε ο παλαιοημερολογίτης. 


«Βρε ταλαίπωρε, του λέει ο Γέροντας. Τι σ’ ενδιαφέρει εσένα ποιόν θα βάλει ο Θεός στον Παράδεισο; Εμένα δεν θα με πείραζε καθόλου ακόμη κι αν μ’ έβαζε ο Θεός στον Παράδεισο παρέα με τον Νέρωνα, τον Καλιγούλα και τον Χίτλερ και αν μου έδινε και σαν εργασία να τους γυαλίζω τα παπούτσια. Αρκεί να βάλει κι εμένα μέσα, έστω και τελευταίον! Το μόνο που φοβάμαι είναι ότι εσείς οι Παλαιοημερολογίτες, με τη στενοκεφαλία την οποία έχετε, θα χάσετε τον Παράδεισο.»


**

Σημείωση ιστολογίου

Αλιεύσαμε τα εν λόγω αποσπάσματα του βιβλίου από το διαδίκτυο, συγκεκριμένα από τα ιστολόγια exprotestant.blogspot.gr, stwmenlalws.blogspot.gr, hellas-orthodoxy.blogspot.gr και schismaticsreturntochurch.wordpress.com , από την ιστοσελίδα www.impantokratoros.gr , καθώς και από σχόλια ή αναρτήσεις χρηστών του facebook.com . Ευχαριστούμε τους φίλους για την ανάρτηση ή την δακτυλογράφηση, ιδίως τους Στέλιο Μπαφίτη και Στέφανο Μεσεδάκη.

Στο ιστολόγιο stwmenkalws διαβάσαμε πως η αναδημοσίευση γίνεται «Με την ευλογία τού Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, του οποίου κτήτωρ είναι ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος». Στο facebook βρήκαμε αποσπάσματα δακτυλογραφημένα από φίλους. Αναδημοσιεύουμε και εμείς ό,τι βρήκαμε από αποσπάσματα του βιβλίου που ήδη είναι δημοσιευμένα στο διαδίκτυο,  αφ’ ενός με την προοπτική ωφελείας και ενημέρωσης παντός ενδιαφερομένου, αφ’ ετέρου με την προοπτική προβολής του εν λόγω ψυχωφελέστατου βιβλίου.


Σε περίπτωση που θίγουμε πνευματικά δικαιώματα ή η ανωτέρω σεβαστή Μονή έχει οιαδήποτε αντίρρηση για την αναδημοσίευση αποσπασμάτων του βιβλίου εκ μέρους μας, παραμένουμε προθυμότατοι να περιορίσουμε ή και να καταργήσουμε την εν λόγω αναδημοσίευση, αρκεί να ειδοποιηθούμε ηλεκτρονικώς σχετικώς στο enotitapisteos@gmail.com Ευχαριστούμε!