«ουδέ αίμα μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη την αμαρτίαν του χωρισμού της Εκκλησίας και της διαιρέσεως, και το να σχίση τινάς την Εκκλησίαν είναι χειρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν» Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Απάντηση σε παλαιοημερολογίτικη θέση περί συνεορτασμού των Χριστουγέννων μεταξύ Ανατολής-Δύσης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ «ΥΠΕΡΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μεταξύ των απειράριθμων θέσεων και απόψεων που μπορεί κανείς να βρει σήμερα στο ελληνόφωνο διαδίκτυο,  διακινούνται και πάμπολλες επιθέσεις προς την ορθόδοξη Εκκλησία –ειδικά προς την Εκκλησία της Ελλάδος και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο–πολλές από τις οποίες εκφεύγουν της λογικής κριτικής, και χαρακτηρίζονται ως άδικες, συκοφαντικές, υβριστικές και αήθεις [1]. Τέτοιες επιθέσεις δεν προέρχονται από ρωμαιοκαθολικούς, προτεστάντες, μάρτυρες του ιεχωβά, βουδιστές ή μουσουλμάνους. Δυστυχώς, προέρχονται από χριστιανούς, συγκεκριμένα κυρίως από τους αυτοαποκαλούμενους «γνησίους ορθόδοξους», δηλαδή παλαιοημερολογίτες [2], αλλά και από άλλους νεο-ζηλωτές «υπερορθοδόξους», αυτόκλητους «αποτειχισμένους», εθνικιστές κλπ. Αυτές οι λεκτικές επιθέσεις έχουν τη μορφή εμπρηστικών άρθρων/σχολίων σε ιστολόγια και ιστοσελίδες παλαιοημερολογιτών ή νεοζηλωτών, σε ιστοσελίδες παλιοημερολογίτικων παρατάξεων κλπ ή τη μορφή αναρτήσεων και σχολίων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης [Παράρτημα εικόνων]. Εξεταζόμενες τέτοιες θέσεις υπό το φως της κοινής λογικής και της στοιχειώδους έρευνας πεπραγμένων των εμπλεκομένων προσώπων (συνήθως αυτά είναι ορθόδοξοι ιεράρχες που κατασυκοφαντούνται και ευτελίζονται συστηματικά), αποτελούν καθαρή προπαγάνδα και δυσφήμιση, με σκοπό την εκτόνωση και την έξαψη των παθών. Στο δικό μας ιστολόγιο θα προσπαθούμε, κατά δύναμιν, να δίνουμε απαντήσεις σε τέτοιες προπαγανδιστικές θέσεις. Μια από αυτές, είναι η παρακάτω (η αρίθμηση είναι δική μας για να μας βοηθήσει στην αντιστοίχιση των απαντήσεων):


Προπαγανδιστικές θέσεις παλαιοημερολογιτών:
«Πρέπει να θλίβονται, όσοι (1) συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τους Αιρετικούς, τους Φράγκους της Δύσεως Παπικούς και Προτεστάντες και όχι με τους (2) Ορθοδόξους απανταχού της γης. Πότε θα αντιληφθούν την θανατηφόρον αυτήν παγίδα εκ του Οικουμενιστικού Oυνιτικού συνεορτασμο; Πότε θα σταματήση αυτός ο ψυχοφθόρος και σωτηριοκτόνος (3) μολυσμός;
Η Ελλαδική Νεοημερολογίτηκη Εκκλησία και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως πότε θα σταματήσουν να μνημονεύουν τον (4) Αιρετικό, τον χωρίς θεία Χάρη, χωρίς Ιερωσύνη και Μυστήρια, βλάσφημο και εχθρό του Θεού Πάπα;»


Β. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

1. Είναι ανυπόστατη και ψευδής η θέση των παλαιοημερολογιτών (δυστυχώς όχι η μόνη [3]) ότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί των τοπικών Εκκλησιών που χρησιμοποιούν το νέο-διορθωμένο ημερολόγιο συνεορτάζουν με αιρετικούς τα Χριστούγεννα. Ο συνεορτασμός είναι μεταξύ ομοδόξων μόνο, ούτε καν μεταξύ ορθοδόξων και ετεροδόξων. Στις ανωτέρω θέσεις γίνεται παραπλανητική χρήση των λέξεων «συνεορτάζουν, συνεορτασμός». Ας μας βρουν έστω έναν κληρικό, οποιασδήποτε βαθμίδας, που βρέθηκε σε ναό αιρετικών ή/και ετεροδόξων για έναν τέτοιο συνεορτασμό. Κατά τις πανηγυρικές ημέρες, όπως είναι τα Χριστούγεννα, κάθε Πατριαρχείο, κάθε Μητρόπολη, κάθε κληρικός είναι υπερ-απασχολημένοι και αφοσιωμένοι στον εορτασμό με το (ορθόδοξο) ποίμνιό τους, παραμερίζοντας τις (όποιες) διπλωματικές, αλληλογνωριμίας ή εθιμοτυπικές επαφές με τους ετεροδόξους. Παρομοίως, ας μας βρουν έστω κι έναν ορθόδοξο πιστό ο οποίος π.χ. την πανηγυρική ημέρα των Χριστουγέννων ασχολείται (μεταξύ των εορταστικών και οικογενειακών υποχρεώσεών του) με τον κοινό (χρονικά) εορτασμό με ετεροδόξους ή αιρετικούς. Θεωρούμε παντελώς αστεία τη συναφή και πολυπροβαλλόμενη θέση ότι στον «συνεορτασμό» αυτό (ο οποίος υπονοείται ως απαράδεκτος, προδοτικός κλπ) οφείλεται και η εισαγωγή ξενόφερτων χριστουγεννιάτικων εθίμων (ο κοκκινωπός «αη-Βασίλης» της coca-cola, το δέντρο, η επικράτηση της ξένης χριστουγεννιάτικης μουσικής κλπ [Παράρτημα εικόνων]), αφού μάλλον ξεχνούν οι φιλοκατήγοροι ότι αυτά (δυστυχώς) εισήλθαν στην ελληνική πραγματικότητα λόγω της επαφής με άλλους λαούς και λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες βοήθησαν τα μέγιστα στη διάδοση των δυτικόφερτων τάσεων και στην Ελλάδα, καθώς έχει διαμορφωθεί νεοελληνική νοοτροπία που αποδέχεται εύκολα και αναπαράγει κάθε τι το ξενόφερτο. Γνωστό είναι πως η Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν εγκρίνει αυτές τις τάσεις, αλλά δίνει αγώνα για την ενημέρωση περί του πλαστού «αη-Βασίλη» και για την εκμάθηση και εξάπλωση (στο μέτρο του δυνατού) των ελληνικών παραδοσιακών καλάντων και συναφών παραδόσεων. Μήπως αυτά τα ξενόφερτα έθιμα απουσιάζουν παντελώς από τους δήθεν «αγωνιστές των πατρώων παραδόσεων» παλαιοημερολογίτες; Οπωσδήποτε όχι!
Γενικότερα, είναι ύπουλη και επιτηδευμένα συκοφαντική η θέση ορισμένων παλαιοημερολογιτών ότι το νέο ημερολόγιο [4] υιοθετήθηκε για να ταυτίζονται χρονικά οι εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας με αυτές της Δύσης, επειδή (τάχα) αυτό προτεινόταν από την (δήθεν) «αιρετική» εγκύκλιο [5] του 1920, ως «ένα βήμα για την ένωση των Εκκλησιών». Μπορεί ένα συνοδικό κείμενο να θεωρείται όντως  «αιρετικό», δίχως μάλιστα να έχει καταδικαστεί απ’ Εκκλησίας ως τέτοιο, ιδίως όταν εκδίδεται σε μεταβατική εποχή μεγάλων παγκοσμίων αλλαγών και νέων ποιμαντικών αναγκών; Ας το κρίνει ο καλόπιστος αναγνώστης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και απόψεις εκτός των γνωστών (νεο)ζηλωτικών που κατακλύζουν το ελληνόφωνο διαδίκτυο [6], [7]. Αν είναι εκκλησιαστικό πρόβλημα ο συνεορτασμός Ανατολής και Δύσης, δηλαδή η χρονική σύμπτωση εορτών, τότε τι να πούμε που για περισσότερο από 500 χρόνια (1054, έτος του σχίσματος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, μέχρι το 1582, έτος αλλαγής του ημερολογίου από τη Δύση) συνεόρταζε η Ορθόδοξη Ανατολή με την αιρετική Δύση; Τι να πούμε που ακόμα και μέχρι σήμερα τυχαίνουν χρονιές που συμπίπτει το Πάσχα Ορθοδόξων και Λατίνων; Τι να κάνουμε εάν οι λατίνοι διορθώσουν το πάσχα τους, προσαρμόζοντάς το ορθά προς την σχετική πρόνοια της α’ οικουμενικής συνόδου; Μήπως να αλλάξουμε οι ορθόδοξοι το δικό μας πάσχα, ώστε να μην υπάρχει σύμπτωση;! Πρέπει λοιπόν να θλιβόμαστε (όπως επιθυμεί ο εισηγητής των ανωτέρω απόψεων των παλιοημερολογιτών) και γι' αυτό; Επιπλέον:
(α) Το νέο ημερολόγιο καθιερώθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος εκ λόγων σοβαρών ποιμαντικών αναγκών και μόνο αφότου πρώτα η Πολιτεία άλλαξε το δικό της ημερολόγιο. Έτσι ήρθη από τη μια το πρόβλημα της προκύπτουσας χρονικής διαφοράς εορτασμού του Ευαγγελισμού (από την Εκκλησία) και της επετείου του 1821 (από την Πολιτεία) που προέκυψε το 1923, κι από την άλλη η Εκκλησία εφάρμοσε, ως όφειλε, τον 38ο (λη’) Κανόνα της Πενθέκτης Συνόδου: «τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τάξις ἀκολουθείτω» [8]. Σε κάθε περίπτωση, ιστορικά αποδεικνύεται πως το ημερολόγιο εκάστου τόπου είναι κοινωνικά ή κρατικά θεσπισμένο και δεν αποτελεί θέσμιο, παράδοση ή δόγμα της Εκκλησίας, επομένως δεν αποτελεί δογματικό θέμα και υπόκειται ή μπορεί να υπόκειται σε μεταβολές [9]. Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει πως το ιουλιανό ημερολόγιο αποτελούσε νέο ημερολόγιο για τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν κατά τόπους ο χρόνος μετρούνταν από όλους (και από την Εκκλησία) βάσει του μακεδονικού ή του εβραϊκού ημερολογίου (και αυτά με παραλλαγές). Άλλωστε, η Εκκλησία δεν είναι εγκοσμιοκρατικό καθίδρυμα, ούτε θεσμός μόνο ανθρώπινος, αλλά θεανθρώπινος, με την ελπίδα και την πίστη της να υπερβαίνει την στενή αντίληψη του ανθρώπου και τα υλικά/χρονικά πεπερασμένα όρια.
Άξια περίσκεψης τα κάτωθι:
«νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε; ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μῆνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς! φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς. (Γαλ. κεφ. δ’)
και
 «Ἀεὶ Πάσχα δυνάμεθα ἐπιτελεῖν. Και δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν ἐπιτελεῖν. Επειδή ἑορτήν οὐ καιρὸς ποιεῖ, ἀλλὰ συνειδὸς καθαρόν. ὁ δὲ συνειδὸς ἔχων ἀγαθὸν καὶ πράξεις τοιαύτας, ἀεὶ ἑορτάζειν δύναται» (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία Β' Εἰς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν, Ε.Π.Ε. 36, σελ. 294-298)


(β) Δεν απαιτείται κοινό ημερολόγιο για να έρθει οποιοσδήποτε σε εκκλησιαστικές επαφές με οποιονδήποτε. Κι αυτό αποδεικνύεται ποικιλοτρόπως:
(i) Η διαφορά των ημερολογίων δεν εμποδίζει σε κανένα σημείο την εκκλησιαστική κοινωνία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Άγιο Όρος και τις υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες και Πατριαρχεία που διατήρησαν το παλαιό ημερολόγιο. Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που αφορά την Εκκλησία είναι Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ (που προκύπτει από την εκκλησιαστική κοινωνία) και όχι δευτερεύουσες λατρευτικές διαφορές [10].
(ii) Αντιθέτως, οι σχισματικοί παλαιοημερολογίτες δεν έχουν καμιά εκκλησιαστική επαφή ή κοινωνία με το Άγιο Όρος και τις υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες που δεν άλλαξαν το ημερολόγιο, παρόλο που όλοι αυτοί ακολουθούν το ίδιο, το παλαιό ημερολόγιο! Δεν ενδιαφέρει την Εκκλησία εν προκειμένω ο εξωτερικός τύπος, αλλά η ουσία. Το ίδιο αποδεικνύεται και για τις διάφορες αντιμαχόμενες παρατάξεις παλαιοημερολογιτών [11]: Μπορεί όλες να ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, μπορεί όλες τους να καυχώνται ότι «πολεμούν τον οικουμενισμό», μπορεί όλες τους να μην έχουν δογματικές διαφορές (επισήμως τουλάχιστον), αλλά καμία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία με τις υπόλοιπες!
(iv) Κανένα διαφορετικό ημερολόγιο δεν εμπόδισε παλαιοημερολογίτη «επίσκοπο» (μιας από τις διάφορες παρατάξεις παλαιοημερολογιτών) να τελέσει ιεροπραξία βάπτισης [14] για λογαριασμό ορθοδόξων, που οι παλαιοημερολογίτες χαρακτηρίζουν υβριστικά «αιρετικούς οικουμενιστές νεοημερολογίτες» και μάλιστα σε ναό μητρόπολης που ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος. 
(v) Και το κυριότερο: Κανένα διαφορετικό ημερολόγιο δεν εμπόδισε τον παλαιοημερολογίτη αρχιμανδρίτη Ακάκιο Παππά να «χειροτονηθεί» [15] στις ΗΠΑ το 1960 αντικανονικά, υπερόρια, λάθρα κλπ από νεοημερολογίτη επίσκοπο (Θεόφιλος Ιονέσκου), και στη συνέχεια να συγχειροτονήσει με τον παπόφιλο επίσκοπο Λεόντιο τον αρχιμανδρίτη Αυξέντιο Πάστρα, από τον οποίο κατάγονται οι λεγόμενες φλωρινοσεραφειμικές παρατάξεις των παλαιοημερολογιτών, ακυρώνοντας έτσι τους «αγώνες» των προκατόχων του πρωτεργατών του ημερολογιακού σχίσματος του 1935. Ο τρόπος υφαρπαγής τέτοιων αντορθοδόξων χειροτονιών συνάντησε εύλογες ενστάσεις και αντιδράσεις ακόμη και από παλαιοημερολογίτες [16]. Κανένα διαφορετικό ημερολόγιο επίσης δεν εμπόδισε τον επίσκοπο Λεόντιο Φιλιππόβιτς να έχει εκκλησιαστικές επαφές με παπικούς, ακόμη και να αναγινώσκει από το ρωμαιοκαθολικό ευχολόγιο εντός λατινικού ναού στο Καράκας της Βενεζουέλας [17].

2. Είναι τραγελαφικό να επικαλούνται οι παλαιοημερολογίτες με βάση τις ανωτέρω προπαγανδιστικές  θέσεις τους Ορθοδόξους απανταχού της γης, εννοώντας προφανώς τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, αφού αποτελούν ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ Εκκλησίες από τις δικές τους [18], γιατί δεν βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Έτσι εμμέσως παραδέχονται την ύπαρξη περισσοτέρων της μιας Ορθοδόξων Εκκλησιών, πράγμα που αντιτίθεται στο Σύμβολο της Πίστεώς μας και φυσικά αποτελεί αίρεση!

3. Ο διάλογος και οι διάφορες συναντήσεις και επαφές των Ορθοδόξων αρχιερέων με σημαίνοντα πρόσωπα της θρησκείας, της πολιτικής ή της οικονομίας, αλλοδόξους, αιρετικούς, αλλοθρήσκους και πάντα άνθρωπο, στη σημερινή ταραχώδη εποχή και «ενοποιημένη» υφήλιο είναι αδύνατον ή και αθέμιτο να εκλείψουν. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η πύκνωση των διεθνών επαφών, η εξάπλωση των τηλεπικοινωνιών και η εξέλιξη της τεχνολογίας βοηθούν (ή, θα πρέπει να βοηθούν) με τον τρόπο τους για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών. Και από μια τέτοια κίνηση δεν θα μπορούσε να μείνει έξω η Εκκλησία. Από την άλλη, ομολογουμένως, πολύ κακώς υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις επαφών που σκανδαλίζουν ορισμένους δημιουργώντας ενδοεκκλησιαστικές διαφωνίες ή και αντιπαραθέσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποιου είδους θρησκευτικός «μολυσμός» (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας), αφού παρόμοια φαινόμενα με τα σημερινά υπήρχαν και παλαιότερα, πριν από το ημερολογιακό σχίσμα. Εάν οι φανατικοί παλαιοημερολογίτες γνώριζαν την εκκλησιαστική ιστορία και το Κανονικό Δίκαιο, θα αντιλαμβάνονταν πως σήμερα αγανακτούν και καταγγέλλουν πρακτικές και φαινόμενα [19] δήθεν «εξωφρενικά» και «προδοτικά», τα οποία όμως ελάμβαναν χώρα ανέκαθεν στην Εκκλησία, βεβαίως και πριν από την αλλαγή του ημερολογίου (1924), με τα οποία έζησε και τα οποία εμπράκτως ανέχτηκε η Εκκλησία! Αν λοιπόν «μολύνεται» η ορθόδοξη πίστη και η Εκκλησία από τέτοια φαινόμενα μετά το 1924, γιατί να μην «μολύνθηκε» ομοίως και πριν το 1924; Ας αναρωτηθούν ειλικρινά όσοι παλαιοημερολογίτες ανακυκλώνουν τις ανωτέρω απόψεις για την δική τους ορθόδοξη ιδιότητα,εάν θεωρούν πως είναι πνευματικοί «απόγονοι» των ορθοδόξων του 1924, μαζί με τα φαινόμενα αυτά (όπως όντως είναι όλοι, όσοι είναι μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων των λοιπών ορθοδόξων Εκκλησιών). Εννοείται ότι δεν επικροτούμε ορισμένες ακραίες κινήσεις στη σημερινή κατάσταση, ούτε όμως μπορεί κάποιος βάσιμα να ισχυριστεί ότι «μολύνεται» το εκκλησιαστικό σώμα από αυτές τις περιπτώσεις.

4. Η φράση «το Πατριαρχείο Κων/πόλεως μνημονεύει τον αιρετικό Πάπα» είναι πονηρά διατυπωμένη, αφήνοντας παραπλανητικά να εννοηθεί ότι (α) γίνεται συνεχής και σε κάθε ευκαιρία μνημόνευση του πάπα Ρώμης, κατά τον ίδιο τρόπο και με την ίδια υπόσταση της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, της αναφοράς κατ’ ουσίαν σε εκκλησιαστική κανονική εξάρτηση, και (β) η υποτιθέμενη «μνημόνευση» οδηγεί και σε «μολυσμό» της Εκκλησίας μας, ουσιαστικά ότι πρόκειται για μια ουνιτική εκκλησία ,η οποία έχει ως Πρώτο στα Δίπτυχά της τον ίδιο τον… πάπα! Δυστυχώς πρόκειται για ένα ακόμα μεγάλο και επιτηδευμένο ψέμα, μία έντεχνη προπαγάνδα προς διαστροφή της συνείδησης των απλοϊκών. Ουδέποτε σε Θεία Λειτουργία στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μνημονεύτηκε ο Πάπας! Ωστόσο, αναφέρθηκαν-μνημονεύτηκαν στην τελετή της Δοξολογίας με την ευκαιρία της συμπαρουσίας τους, τόσο ο Πάπας Βενέδικτος το 2006 όσο και ο Πάπας Φραγκίσκος το 2014, κατά τη θρονική εορτή του Πατριαρχείου. Εννοείται ότι καμιά μνημόνευση αιρετικού δεν την εγκρίνει το ορθόδοξο αισθητήριο του πιστού λαού, όμως άλλη βαρύτητα έχει η μνημόνευση κάποιου αιρετικού στη Θεία Λειτουργία (όπως την παρουσιάζουν οι παλαιοημερολογίτες) και άλλη η αναφορά σε μια ευχαριστηριακή τελετή Δοξολογίας, εν όψει μάλιστα του διαχριστιανικού διαλόγου και της ειλικρινούς προσπάθειας επανεύρεσης κοινών στοιχείων μεταξύ ορθοδόξων και λατίνων. Ας μην ξεχνούμε τις πολλές προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ Ανατολής και Δύσης [20], ήδη λίγο μετά το Σχίσμα του 1054. Με πολλή επιείκεια, μπορούμε να εντάξουμε την αναφορά-μνημόνευση αυτή, αλλά και την παρουσία των παπικών μέσα στον Πατριαρχικό ναό, στα πλαίσια των διπλωματικών επαφών της Ορθοδοξίας με τους ετερόδοξους. Ας μην ξεχνούμε πως ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριάρχη είναι πολυσχιδής και ευαίσθητος, στη σημερινή εποχή, στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, με ποίμνιο και μητροπόλεις στις πέντε ηπείρους, αλλά και με περισφιγγόμενη έδρα εντός της μουσουλμανικής Τουρκίας, οπότε έχει σήμερα, καλώς ή κακώς, και πολιτικές προεκτάσεις, εκτός από τις θρησκευτικές. Σε κάθε περίπτωση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και ιδίως το Πατριαρχείο Αντιοχείας, έχουν μακρά ιστορία επαφών με αλλοδόξους.

Γ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Παρόμοιες θέσεις, προπαγανδιστικές κατά της Εκκλησίας και μειωτικές για τους ιεράρχες της, δυστυχώς ακόμη και βλάσφημες για τους νεοφανείς αγίους, παρουσιάζονται με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια, καθώς υπάρχει συστηματική από διαδικτύου εκστρατεία κατασπίλωσης της Εκκλησίας, από συγκεκριμένους εξωεκκλησιαστικούς κύκλους σχισματικών και δήθεν υπερ-ορθοδόξων, που αυτοδιορίζονται στη θέση των κατηγόρων, αλλά και των δήθεν «εκκλησιοσωτήρων» ή των «υπερμάχων της ορθοδοξίας» [21]. Προσεκτική ματιά στις μεθόδους και στην ουσία των λόγων τους πείθει κάθε καλόπιστο πως δεν διέπονται από πνεύμα αγάπης, ούτε από πνεύμα αληθείας. Μάλλον υπηρετούν προσωπικές επιδιώξεις προβολής και εκτόνωσης μύχιων αισθημάτων (ακόμη και μισανθρωπίας και εκκλησιομαχίας), που ενίοτε άπτονται της επιστήμης της ψυχιατρικής. Δεν ευελπιστούμε στον άμεσο τερματισμό τέτοιας προπαγάνδας και του αντίστοιχου ρεύματος ανακύκλωσης ψευδέστατων και εμπρηστικών απόψεων για της Εκκλησία και τους ιεράρχες (ακόμη και για τους αγίους), καθότι το φαινόμενο είναι σε έξαρση. Ευχόμαστε ο Κύριος να φωτίζει πάντα άνθρωπο και να μας δίνει μετάνοια!

Υποσημειώσεις:
[16] Περιοδικό «Ορθόδοξος Παρατηρητής» και άλλα έντυπα παλαιοημερολογιτών

Παράρτημα εικόνων